Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κινητός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: κῑνητός Medium diacritics: κινητός Low diacritics: κινητός Capitals: ΚΙΝΗΤΟΣ
Transliteration A: kinētós Transliteration B: kinētos Transliteration C: kinitos Beta Code: kinhto/s

English (LSJ)

ή, όν, (fem. -ός Pl.Ti.37d)

   A moving (intr.), l.c., cf. Plu.2.1012f; liable to alteration, Arist.EN1134b29.    2 in Law, κ. οὐσία movable property, Cod.Just.1.11.10.1, cf. 1.2.15 Intr.; κ. καὶ ἀκίνητα PLond.3.1015.17 (vi A.D.).

Greek (Liddell-Scott)

κῑνητός: -ή, -όν, ὃν δύναταί τις νὰ κινήσῃ, Πλάτ. Τίμ. 58D· ὡσαύτως θηλ. –ός, αὐτόθι 37D· τὰ κινητά, κινητὰ κτήματα, Βίος Ἁγ. Ἀντων. σ. 5, Παλλαδ. Λαυσαϊκ. σ. 1031C, κλ.

French (Bailly abrégé)

ή ou ός, όν :
qu’on peut mouvoir, mobile ; τὸ κινητόν ce qu’on peut mouvoir.
Étymologie: adj. verb. de κινέω.

Greek Monolingual

-ή, -ό (ΑΜ κινητός, -ή, -όν Α θηλ. και -ός) κινώ
1. αυτός τον οποίο μπορεί να κινήσει κάποιος, αυτός που μπορεί να μετακινηθεί ή αυτός που μετακινείται (α. «πολλά ακίνητα δεν έχει, η κινητή του όμως περιουσία, και ειδικά η συλλογή του, είναι τεράστια» β. «κινητό συνεργείο αιμοληψίας» γ. «κινητή οὐσία», Κώδ. Ιουστιν.
δ. «εἰκὼ δ' ἐπινοεῑ κινητόν τινα αἰῶνος ποιῆσαι», Πλάτ.)
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ κινητά
η περιουσία που συνίσταται μόνο σε χρήματα ή γενικά αντικείμενα, σε αντιδιαστολή με τα ακίνητα
νεοελλ.
φρ. α) «κινητή εορτή» — θρησκευτική γιορτή της οποίας η ημερομηνία είναι μεταθετή («το Πάσχα είναι κινητή εορτή»)
β) «κινητός πληθυσμός» — πληθυσμός μη μόνιμος, πληθυσμός που διαμένει προσωρινά σε ένα μέρος
γ) «κινητές αξίες» — χρηματιστηριακοί τίτλοι, μετοχές κ.ά.
αρχ.
αυτός που υπόκειται σε αλλοίωση.

Russian (Dvoretsky)

κῑνητός: и 2 движущийся, подвижный Plat., Arst.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κινητός -ή -όν, f. ook -ός [κινέω] beweegbaar. veranderbaar.