Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κλέβδην

Ὁ δὲ μὴ δυνάμενος κοινωνεῖν ἢ μηδὲν δεόμενος δι' αὐτάρκειαν οὐθὲν μέρος πόλεως, ὥστε ἢ θηρίονθεός → Whoever is incapable of associating, or has no need to because of self-sufficiency, is no part of a state; so he is either a beast or a god
Aristotle, Politics
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κλέβδην Medium diacritics: κλέβδην Low diacritics: κλέβδην Capitals: ΚΛΕΒΔΗΝ
Transliteration A: klébdēn Transliteration B: klebdēn Transliteration C: klevdin Beta Code: kle/bdhn

English (LSJ)

Dor. κλέβδᾱν, Adv. by stealth, A.D.Adv.198.6, EM103.13.

German (Pape)

[Seite 1447] dor. κλέβδαν, verstohlener Weise, heimlich; B. A. 611, 27; E. M. 103, 13.

Greek (Liddell-Scott)

κλέβδην: Δωρ. -δαν, Ἐπίρρ. διὰ κλοπῆς, κρύφα «κλεφτά», Λατ. clam, Α. Β. 611, Ἐτυμολ. Μέγ. 103.

Greek Monolingual

κλέβδην, δωρ. τ. κλέβδαν (Α)
επίρρ. κρυφά, με κλοπή, κλεφτά, λάθρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κλέπ-δην με ηχηροποίηση του -π- προ του ηχηρού -δ- < θ. κλεπ- του κλέπτω + επιρρμ. κατάλ. -δην (πρβλ. άρδην, φύρδην)].