Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κλαγγώδης

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: κλαγγώδης Medium diacritics: κλαγγώδης Low diacritics: κλαγγώδης Capitals: ΚΛΑΓΓΩΔΗΣ
Transliteration A: klangṓdēs Transliteration B: klangōdēs Transliteration C: klaggodis Beta Code: klaggw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A shrill, strident, of the voice after vomiting, Hp. Coac.550, Prorrh.1.17, cf. Gal.16.553, 18(2).301, UP7.7; wrongly expld. of ὄμματα εὐκίνητα by Demetr.Lac. ap. Erot.

German (Pape)

[Seite 1444] ες, schreiend, kreischend, φωνή u. ä., Hippocr. u. a. Medic.

Greek (Liddell-Scott)

κλαγγώδης: -ες, (εἶδος) ἐκβάλλων φωνὴν ὑψουμένην ἀπὸ βαρέος τόνου εἰς ὀξύν, ὡς κατὰ τὸν ἔμετον, Ἱππ. Κωακ. 208· ― ἐπὶ τῆς φωνῆς, τραχύς, βραγχνός, ὁ αὐτ. 68, κτλ.· πρβλ. Foës. Oecon.

Greek Monolingual

-ες (Α κλαγγώδης, -ῶδες) κλαγγή
(για ήχο) αυτὸς που μοιάζει με κλαγγή, οξύς και διαπεραστικός.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κλαγγώδης -ες [κλαγγή] schel.