Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κλαδαρός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: κλᾰδᾰρός Medium diacritics: κλαδαρός Low diacritics: κλαδαρός Capitals: ΚΛΑΔΑΡΟΣ
Transliteration A: kladarós Transliteration B: kladaros Transliteration C: kladaros Beta Code: kladaro/s

English (LSJ)

ά, όν, (dissim.fr. *κραδαρός, cf. κραδάω, κραδαίνω)

   A quivering, 'whippy' in the shaft, δοράτια Plb.6.25.5; κάμακες AP9.322 (Leon., v.l. κλαμ-); wavy, ζωηφόρος κλαδαρὰ οἷον ἱμάς Cat.Cod.Astr.7.241.

German (Pape)

[Seite 1445] (κλάω), zerbrechlich; δόρατα λεπτὰ καὶ κλαδαρὰ ποιοῦντες Pol. 6, 25, 5; κάμακες Leon. Tar. 47 (IX, 322), v. l. cod. Pal. κλαμαραί. – Uebtr., κλαδαραὶ ὄψεις, gebrochene, wollüstige, verliebte Blicke, wie κλαδαρὸν περιβλέπειν, sich mit verliebten Augen umsehen, Clem. Al. paed. 3 p. 293. 294. Vgl. κλαδαρόμματος.

Greek (Liddell-Scott)

κλᾰδᾰρός: -ά, -όν, εὐκόλως θραυόμενος, εὔθραυστος, Πολύβ. 6. 25, 5. ΙΙ. μετάφ., ἄτονος, χαλαρός, ἀσθενής, ὄψεις Κλήμ. Ἀλ. 294· κλαδαρὸν περιβλέπειν, ῥίπτειν, ἡδυπαθῆ βλέμματα, αὐτόθι 293. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «κλαδαρόμματος· εὔσειστος τὰ ὄμματα»· πρβλ. τό Λατ. patranti fractus ocello παρὰ τῷ Περσίῳ.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
1 facile à briser, fragile;
2 languissant de plaisir.
Étymologie: κλάω.

Greek Monolingual

κλαδαρός, -ά, -όν (Α)
1. αυτός που σπάει εύκολα, εύθραυστος («τὰ δὲ δόρατα... λεπτά καὶ κλαδαρά ποιοῡντες», Πολ.)
2. μτφ. ηδυπαθής, ερωτόληπτος («κλαδαρὰς ὄψεις», Κλήμ.)
3. κυματοειδής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κλα-δ-αρός. Η ρίζα θα πρέπει να είναι του ρ. κλάω / «σπάζω», με την παρέκταση -δ- που εμφανίζεται και στο κλάδος. Η κατάλ. -αρός εμφανίζεται και σε άλλα επίθ. που δηλώνουν αδυναμία (πρβλ. λαπαρός, πλαδαρός, χαλαρός). Ίσως επήλθε σύγχυση του θ. κλαδ- με το κραδ- τών κράδη, κραδαίνω, πράγμα που εξηγεί τη σημασία της γλώσσας του Ησυχίου κλαδαρόμ(μ)ατοι
εὔσειστοι τὰ ὄμματα και τών παραγώγων ρ. κλαδάσσομαι και κλαδώ (Ι)].

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κλαδαρός -ά -όν [~ κλάω, κλάδος?] breekbaar.

Russian (Dvoretsky)

κλᾰδᾰρός: легко ломающийся, ломкий (δόρατα Polyb.; κάμακες Anth.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: invalid, infirm, of δοράτια (Plb. 6, 25, 5; beside λεπτά), κάμακες (AP 9, 322 beside ἄκλαστοι; v. l. κλαμαραί), γραμμη ζωηφόρος (in prophesy from the hand, Cat. Cod. Astr. 7, 241).
Compounds: As 1. member in κλαδαρόρυγχος clapper-bill, peewit) (Ael., H.), κλαδαρόμματοι εὔσειστοι τὰ ὄμματα H.
Derivatives: Further κλαδάσαι σεῖσαι, κλαδάει σείει, κινεῖ H.; κλαδάσσομαι (about) rustle, bubble of sweet blood (τέρεν αἶμα) through the members (Emp. 100, 22); but Lobeck Proll. 89 n. 9 changes in κλυδάσσομαι; Debrunner IF 21, 224 assumes influence of ταράσσω.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: With κλαδαρός cf. πλαδαρός, ψαφαρός, χαλαρός, λαπαρός and other expressions for invalid, weak (Chantraine Formation 227); κλαδαρός : κλαδάω as πλαδαρός : πλαδάω, χαλαρός : χαλάω a. o. - Lastly to κλάω with the same δ-enlargement as in κλάδος; s. v.; cf. also on κραδαίνω. Note that κλαδ- cannot have a PIE pre-form, so Pre-Greek?

Frisk Etymology German

κλαδαρός: {kladarós}
Meaning: gebrechlich, von δοράτια (Plb. 6, 25, 5; neben λεπτά), κάμακες (AP 9, 322 neben ἄκλαστοι; v. l. κλαμαραί), γραμμὴ ζωηφόρος (in der Handwahrsagung, Cat. Cod. Astr. 7, 241).
Composita : Als Vorderglied in κλαδαρόρυγχος Art Kiebitz (Ael., H.), κλαδαρόμματοι· εὔσειστοι τὰ ὄμματα H.
Derivative: Daneben κλαδάσαι· σεῖσαι, κλαδάει· σείει, κινεῖ H.; κλαδάσσομαι etwa rauschen, wallen vom zarten Blut (τέρεν αἶμα) durch die Glieder (Emp. 100, 22); nach Lobeck Proll. 89 A. 9 in κλυδάσσομαι zu ändern; Debrunner IF 21, 224 denkt an Einfluß von ταράσσω.
Etymology : Zu κλαδαρός vgl. πλαδαρός, ψαφαρός, χαλαρός, λαπαρός und andere Ausdrücke für zerbrechlich, schwach (Chantraine Formation 227); κλαδαρός : κλαδάω wie πλαδαρός : πλαδάω, χαλαρός : χαλάω u. a. — Letzten Endes zu κλάω mit derselben δ-Erweiterung wie in κλάδος, s. d.; vgl. auch zu κραδαίνω.
Page 1,864