Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κλεπτουργής

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

κλεπτουργής, -ές (Α)
αυτός που κάνει κλοπή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κλέπτω + -ουργής (< ἔργον), πρβλ. αληθουργής, νεουργής].