Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κλεψίγαμος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν → I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κλεψίγᾰμος Medium diacritics: κλεψίγαμος Low diacritics: κλεψίγαμος Capitals: ΚΛΕΨΙΓΑΜΟΣ
Transliteration A: klepsígamos Transliteration B: klepsigamos Transliteration C: klepsigamos Beta Code: kleyi/gamos

English (LSJ)

[ῐ], ον, seeking illicit love, Nonn.D.8.60.

German (Pape)

[Seite 1449] Liebesgenuß stehlend, d. i. ehebrecherisch, buhlerisch, Sp., wie Nonn. D. 8, 60, Κρονίδης.

Greek (Liddell-Scott)

κλεψίγᾰμος: -ον, ὁ κρυφίως συνερχόμενος ξέναις γυναιξὶν ἢ κόραις, μοιχικός, Χρησμ. Σιβ. 3. 204, Νόνν. Δ. 8. 60, Ἐκκλ.· ― κλεψιγαμέω, Τζέτζ. Ὁμ. 152, Ἐκκλ.· κλεψιγαμία, ἡ, Ἐπιφαν. Αἰρ. 59, 6, κλ.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM κλεψίγαμος, -ον)
αυτός που έχει παράνομες σαρκικές σχέσεις, μοιχός
νεοελλ.
(για παιδιά) αυτός που γεννήθηκε από κλεψιγαμία
αρχ.
αυτός που γίνεται κατά την κλεψιγαμία («κλεψίγαμοί τε φθοραί»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κλεψι- (< κλέπτω) + -γαμος (< γάμος), πρβλ. ελεγξίγαμος, ζευξίγαμος Σύνθ. του τύπου τερψί-μβροτος].