Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κνάω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: κνάω Medium diacritics: κνάω Low diacritics: κνάω Capitals: ΚΝΑΩ
Transliteration A: knáō Transliteration B: knaō Transliteration C: knao Beta Code: kna/w

English (LSJ)

   A κνᾷ Plu.2.61d, but in correct Att. κνῇ, inf. κνῆν (v. ἐπικνάω) corrupted to κνεῖν Moer.p.234 P., Hsch., Ion. κνᾶν Hdt.7.239: fut. κνήσω Hp.Coac.460 (prob. l.): aor. ἔκνησα Id.Int.23, Pl.Smp.185c (prob.l.), Arist.Pr.965a23, (κατ-) Ar.V.965; but κνᾶσαι· ὀλέσαι, λυπῆσαι, Hsch.; 3sg. Ep. impf. ἐπι-κνῆ Il.11.639:—Med., inf. κνῆσθαι Pl.Grg.494c, later κνᾶσθαι Plu.2.89e, etc.: fut. κνήσομαι Herod.4.51: aor. ἐκνησάμην Luc.Bis Acc.1, Dor. ἐκνᾱς- Theoc.7.110:—Pass., κνᾶται Gal.10.979: pf. κατα-κέκνησμαι Id.13.1022:—scrape, grate, ἐπὶ δ' αἴγειον κνῆ τυρόν Il.l.c., cf. Hp.Int. l.c.; τὸν κηρὸν κνᾶν to scrape it off, Hdt.l.c. (nisi leg. ἐκκν-), cf. Gal.13.1022:—Pass., prob. for κνισθεῖσα in Thphr.HP9.20.4.    II scratch, τῇ χειρί Hp.Fract.21; τὸν περὶ τὰς μασχάλας τόπον Arist.l.c.:—Med., scratch oneself, ἀφθόνως ἔχειν τοῦ κνῆσθαι Pl.Grg.l.c.; κνώμενος τὸ κρανίον Timocl.2.5 D.; τὸ βρέγμα κνήσῃ Herod.l.c.; [ἔλαφοι] κνώμενοι [τὰ κέρατα] πρὸς τὰ δένδρα Arist.HA611b16; δακτύλῳ κνᾶσθαι τὴν κεφαλήν Plu.Pomp.48: abs., Id.2.1091e, Jul.Caes.323b; τρίβειν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ κνᾶσθαι Phld. Rh.2.143 S.; κνήσασθαι τὸ οὖς Luc.l.c.; κνησάμενον ἑνὶ τῶν ποδῶν τὴν πλευράν Gal.8.443.    2 Med., itch, Id.10.437, 979.    III tickle, τὴν ῥῖνα prob. in Pl.Smp.l.c.:—Med., κνᾶσθαι τὰ ὦτα πτερῷ tickle one's ears, Luc.Salt.2, etc.: metaph., τοῦτο κνᾷ καὶ γαργαλίζει καὶ ἀναπείθει Plu.2.61d:—Pass., οὐ παρέργως ἐκνώμην πρὸς αὐτά Luc. Nec.3.

German (Pape)

[Seite 1459] inf. κνῆν bei den Attikern, imperf. αἴγειον κνῆ τυρὸν κνήστι χαλκείῃ Il. 11, 639, schaben, kratzen, reiben, τὸν κηρὸν κνᾶν, abkratzen, Her. 7, 239. – Med. sich kratzen, κνῆσθαι (v. l. κνᾶσθαι), Plat. Gorg. 494 c; τίς ἑνὶ δακτύλῳ κνᾶται τὴν κεφαλήν; wer kratzt sich den Kopf? Plut. Pomp. 48, öfter; Luc.; – kitzeln; οἵῳ κνήσαις ἂν τὴν ῥῖνα, v. l. κινήσαις, Plat. Conv. 185 e; ὅμοια πεπονθὼς τοῖς τὰ ὦτα πτερῷ κνωμένοις Luc. salt. 2, vgl. calumn. 21.

Greek (Liddell-Scott)

κνάω: κνᾷ Πλούτ. 2. 61D, ἀλλὰ παρὰ τοῖς δοκίμοις Ἀττ. κνῇ, ἀπαρ. κνῆν, (ὡς τὰ σμῆν, ψῆν ἐκ τοῦ σμάω, ψάω)· μέλλ. κνήσω Ἱππ. 192D· ἀόρ. ἔκνησα Πλάτ., κτλ.· γ΄ ἑν. Ἐπ. ἀορ. β΄ κνῆ (ὡς εἰ ἐκ ῥήμ. κνῆμι) Ἰλ. Λ. 639. ― Μέσ., ἀπαρ. κνῆσθαι Πλάτ. Γοργ. 494C, βραδύτερον κνᾶσθαι Πλούτ., κτλ.· μέλλ. κνήσομαι Γαλην.· ἀόρ. ἐκνησάμην Θεόκρ. 7. 110, Λουκ. Δὶς Κατηγ. 1. ― Παθ., ἴδε κατα-κνάω. Ἐκ τῆς √ΚΝΑ παράγονται ὡσαύτως αἱ λέξεις κναίω, κνήθω, κνίζω, κνύω, κνάπτω, κναδάλλω, κναφεύς, κνάφαλλον, κτλ.) Ἀποξέω, Λατ. radere, αἴγειον κνῆ τυρόν, ἔνθ᾿ ἀνωτ., πρβλ. Ἱππ. 545. 8· τὸν κηρὸν κνᾶν, ἀφαιρῶ ξαίνων, Ἡρόδ. 7. 239· πρβλ. ἐκκνάω. ΙΙ. ξύω, ξύνω, Λατ. scabere, τῇ χειρὶ Ἱππ. Ἀγμ. 765· τὸν περὶ τὰς μασχάλας τόπον Ἀριστ. Προβλ. 35. 8, 1. ― Μές. ξύνομαι, «ξυοῦμαι», ἀφθόνως ἔχειν τοῦ κνῆσθαι Πλάτ. Γοργ. 494C· ἐπὶ τῶν ἐλάφων, κνᾶσθαι τὰ κέρατα πρὸς τὰ δένδρα Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 5, 8· δακτύλῳ κνᾶσθαι τὴν κεφαλήν, Λατ. scalpere caput, Πλουτ. Πομπ. 48· ἀπολ., ὁ αὐτ. 2. 440Α· κνήσασθαι τὸ οὖς Λουκ. ἔνθ᾿ ἀνωτ.· ἑνὶ τῶν ποδῶν τὴν πλευρὰν Γαλην. ΙΙΙ. γαργαλίζω ἢ προξενῶ κνησμόν, «φαγοῦραν», τὴν ῥῖνα Πλάτ. Συμπ. 185Ε· Μέσ., κνᾶσθαι τὰ ὦτα πτερῷ, γαργαλίζω τὰ ὦτα, Λουκ. π. Ὀρχ. 2, κτλ.· ― μεταφ., τοῦτο κνᾷ καὶ ἀναπείθει Πλούτ. 1. 61D.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
inf. κνᾶν, att. κνῆν, f. κνήσω, ao. ἔκνησα, pf. inus.
la contract. de αε se fait en α : κνάει > κνᾷ, κνάειν > κνᾶν, κνάεσθαι > κνᾶσθαι, ou att. en η : κνάεσθαι > κνῆσθαι;
1 gratter : τυρόν IL un fromage ; κηρόν HDT de la cire;
2 chatouiller, acc.;
Moy. κνάομαι-ῶμαι;
1 gratter sur soi ou pour soi, acc.;
2 se chatouiller.
Étymologie: cf. κνάπτω.

English (Autenrieth)

ipf. (or aor.) κνῆ: grate (cheese), Il. 11.639†.

Greek Monotonic

κνάω: Αττ. βʹ και γʹ ενικ. κνῇς, κνῇ, απαρ. κνῆν, Ιων. κνᾶν· μέλ. κνήσω, αόρ. αʹ ἔκνησα· γʹ ενικ. Επικ. αορ. βʹ κνῆ (όπως αν προερχόταν από το κνῆμι) — Μέσ., Αττ. απαρ. κνῆσθαι· αόρ. αʹ ἐκνησάμην·
I. αποξέω, ξύνω ή τρίβω, Λατ. redere, σε Ομήρ. Ιλ.· τὸν κηρὸν κνᾶν, τον αποξύνω, σε Ηρόδ.
II. γρατσουνίζω — Μέσ., ξύνομαι, σε Πλάτ.
III. γαργαλώ, στον ίδ. — Μέσ. κνᾶσθαι τὰ ὦτα, γαργαλώ τα αυτιά κάποιου, σε Λουκ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κνάω, praes. Att. κνῶ κνῇς κνῇ (stam*κνη- ), Ion. en later κνῶ, κνᾷς, κνᾷ, inf. Att. κνῆν, Ion. κνᾶν ; med. κνῆσθαι, later κνᾶσθαι; imperf. (ἐπι-)κνῆ; Dor. opt. fut. med. 2 sing. κνάσαιο act. raspen:; τυρόν kaas Il. 11.639; afschrapen:. τὸν κηρόν de was Hdt. 7.239.3. med. zich krabben:. δακτύλῳ τὴν κεφαλήν κ. met een vinger op je hoofd krabben Plut. Pomp. 48.12. kietelen:. κ. τὰ ὦτα πτερῷ de oren met een veer Luc. 45.2.

Russian (Dvoretsky)

κνάω: (ᾱ) (inf. κνᾶν - атт. κνῆν)
1) наскребывать, натирать (τυρόν Hom.);
2) соскребывать, соскабливать, сцарапывать (κηρόν Her.);
3) чесать, почесывать (δακτύλῳ τὴν κεφαλήν Plut.);
4) щекотать (τὴν ῥῖνα Plat.; τὰ ὦτα πτερῷ Luc.).

Middle Liddell


I. to scrape or grate, Lat. radere, Il.; τὸν κηρὸν κνᾶν to scrape it off, Hdt.
II. to scratch:— Mid. to scratch oneself, Plat.
III. to tickle, Plat.; Mid., κνᾶσθαι τὰ ὦτα to tickle one's ears, Luc.