Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κναφεύς

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: κνᾰφεύς Medium diacritics: κναφεύς Low diacritics: κναφεύς Capitals: ΚΝΑΦΕΥΣ
Transliteration A: knapheús Transliteration B: knapheus Transliteration C: knafeys Beta Code: knafeu/s

English (LSJ)

έως, ὁ,

   A fuller, cloth-carder or dresser, IG12.436 (vi B.C.), Hdt.4.14, Ar.V.1128, Ec.415: as fem., A.Ch.760; γνᾰφ-, Hp. Epid.1.21, Lys.3.16 codd., X.Ages.1.26, and usu. in later Gr., Herod. 4.78, PCair.Zen.206.48 (iii B.C.), IG12(2).271 (Mytilene), POxy. 736.37 (i A.D.), etc.; but κναφεύς PIand.43.13 (ii A.D.).    II γναφεύς, kind of fish, Dorio ap.Ath.7.297c.

German (Pape)

[Seite 1459] ὁ, Walker, Tuchscheerer, Her. 4, 14; später att. γναφεύς, Ar. Vesp. 1128 Eccl. 415; Xen. Ages. 1, 26; Lys. 3, 16; vgl. Ath. XI, 484 a. – Einen Fisch γναφεύς erwähnt Ath. VII, 297 c.

Greek (Liddell-Scott)

κνᾰφεύς: έως, ὁ, Ἀττ. πληθ. κναφῆς· ― γναφεύς, Λατ. fullo, δηλ. ὁ κατεργαζόμενος ἢ ξαίνων ἐρεᾶ ὑφάσματα ἢ λευκαίνων αὐτά, Ἡρόδ. 4. 14, Ἀριστοφ. Σφ. 1128, Ἐκκλ. 415· παρ’ Αἰσχύλ. Χο. 760 ἐπὶ γυναικὸς, πρβλ. τροφεύς· ― γναφεὺς ἐν Λυσ. 97. 42, Ξεν. Ἀγησ. 1, 26· ἴδε κνάπτω ἐν τέλ.· ― ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὐτῶν οἱ Ἕλληνες γραφεῖς μετεχειρίζοντο λίτρον, κονίαν, γῆν Κιμωλίαν πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἐνεργείας τοῦ κτενός: ― ὑπῆρχε συντεχνία κναφέων ἐν Μυτιλήνῃ, Συλλ. Ἐπιγρ. (προσθῆκαι) 2171c. ΙΙ. γναφεύς, εἶδος ἰχθύος, Δωρίων παρ’ Ἀθην. 297C.

French (Bailly abrégé)

réc. γναφεύς;
έως (ὁ) :
cardeur, foulon.
Étymologie: κνάπτω.

Greek Monolingual

κναφεύς, ὁ (Α)
βλ. γναφέας.

Greek Monotonic

κνᾰφεύς: -έως, ὁ, Αττ. πληθ. κναφῇς, (κνάπτω), γναφέας, βυρσοδέψης, δηλ. διορθωτής, πτυχωτής και σιδερωτής ρούχων, μεταποιητής ενδυμάτων, σε Ηρόδ., Αριστοφ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κναφεύς -έως, ὁ, ἡ [κνάφος] voller (wolbewerker).

Russian (Dvoretsky)

κνᾰφεύς: и γνᾰφεύς, έως ὁ валяльщик, сукновал Her., Arph., Lys.

Middle Liddell

κνᾰφεύς, έως, κνάπτω
a fuller, i. e. a cloth-dresser, clothes-cleaner, Hdt., Ar.