Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοβαλίκευμα

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: κοβᾱλίκευμα Medium diacritics: κοβαλίκευμα Low diacritics: κοβαλίκευμα Capitals: ΚΟΒΑΛΙΚΕΥΜΑ
Transliteration A: kobalíkeuma Transliteration B: kobalikeuma Transliteration C: kovalikevma Beta Code: kobali/keuma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A knavish trick, Ar.Eq.332 (pl.).

German (Pape)

[Seite 1464] τό, = κοβαλεία; Ar. ἐν πανουργίᾳ τε καὶ θράσει καὶ κοβαλικεύμασι Equ. 332.

Greek (Liddell-Scott)

κοβᾱλίκευμα: τό, = κοβαλεία, Ἀριστοφ. Ἱππ. 332, ἐν τῷ πληθ.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
bouffonnerie, mystification.
Étymologie: κόβαλος.

Greek Monolingual

κοβαλίκευμα, τὸ (Α) κοβαλικεύω
πανούργο τέχνασμα («θράσει καὶ κοβαλικεύμασιν», Αριστοφ.).

Greek Monotonic

κοβᾱλίκευμα: τό, πονηρό τέχνασμα, απάτη, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

κοβᾱλίκευμα: ατος (ῑ) τό проказа, проделка Arph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κοβαλίκευμα -τος, τό [κόβαλος] schurkenstreek.

Middle Liddell

κοβᾱλίκευμα, ατος, τό,
a knavish trick, Ar. [from κόβᾱλος]