Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κογχοειδής

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: κογχοειδής Medium diacritics: κογχοειδής Low diacritics: κογχοειδής Capitals: ΚΟΓΧΟΕΙΔΗΣ
Transliteration A: konchoeidḗs Transliteration B: konchoeidēs Transliteration C: kogchoeidis Beta Code: kogxoeidh/s

English (LSJ)

ές,

   A of the mussel kind, Str.3.2.7.    II Subst. κ. (sc. γραμμή), ἡ, Geom., conchoid curve, Nicomedes ap.Procl.in Euc. p.272 F. Adv. -δῶς in the form of a shell, κοιλαίνεσθαι Chor.p.86 B.

German (Pape)

[Seite 1465] ές, muschelartig, neben ὀστρεώδης Strab. III, 145.

Greek (Liddell-Scott)

κογχοειδής: -ές, ἐκ τοῦ εἴδους τῶν κογχυλίων, Στράβ. 145· ἔχων σχῆμα κόγχης, Τζέτζ. εἰς Λυκόφρ. 1105.

Greek Monolingual

-ές (ΑM κογχοειδής, -ές)
νεοελλ.-μσν.
αυτός που έχει σχήμα κόγχης
(νεοελλ.-αρχ.)
(γεωμ.) «κογχοειδής καμπύλη» ή απλώς «κογχοειδής» — ζεύγος καμπυλών που προκύπτει από μια αρχική καμπύλη και από ένα σημείο Ο, τον πόλο, αν ενωθούν μεταξύ τους τα σημεία τών τεμνουσών ΟΜ της καμπύλης τα οποία απέχουν από το σημείο τομής Μ δεδομένη απόσταση α
αρχ.
όμοιος με κοχύλι. Επιρρ. κογχοειδώς (Α)
με σχήμα κοχυλιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κόγχη + -ειδής (< εἶδος)].