Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κογχωτός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: κογχωτός Medium diacritics: κογχωτός Low diacritics: κογχωτός Capitals: ΚΟΓΧΩΤΟΣ
Transliteration A: konchōtós Transliteration B: konchōtos Transliteration C: kogchotos Beta Code: kogxwto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A having a boss (cf. κόγχος 11.2), ψυκτήρ PCair.Zen.327.103 (iii B.C.).

Greek Monolingual

κογχωτός, -ή, -όν (AM)
κόγχη
μσν.
αυτός που εμφανίζει κόγχο, κύρτωμα
αρχ.
φρ. «κογχωτὸς ψυκτήρ» — κυρτό δοχείο ψύξης οίνου.