Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοδομή

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: κοδομή Medium diacritics: κοδομή Low diacritics: κοδομή Capitals: ΚΟΔΟΜΗ
Transliteration A: kodomḗ Transliteration B: kodomē Transliteration C: kodomi Beta Code: kodomh/

English (LSJ)

ἡ,

   A = ἡ -εύουσα, Poll.6.64, cf. 10.109 (pl.); ὄνομα θεραπαίνης, Hsch., Phot.

German (Pape)

[Seite 1465] ἡ, = κοδομεύτρια, VLL. u. Poll. 6, 64.

Greek Monolingual

κοδομή, ἡ (Α)
1. γυναίκα που έψηνε κριθάρι
2. (κατά τον Ησύχ.) «ὄνομα θεραπαίνης».
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Πρόκειται ίσως για δάνεια λ. μικρασιατικής προελεύσεως. Ως προς τα παράγωγα, από το κοδομή παρήχθη πιθ. το κοδομεύω και από το τελευταίο υποχωρητικά το κοδομεύς.