Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοδομή

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: κοδομή Medium diacritics: κοδομή Low diacritics: κοδομή Capitals: ΚΟΔΟΜΗ
Transliteration A: kodomḗ Transliteration B: kodomē Transliteration C: kodomi Beta Code: kodomh/

English (LSJ)

ἡ,

   A = ἡ -εύουσα, Poll.6.64, cf. 10.109 (pl.); ὄνομα θεραπαίνης, Hsch., Phot.

German (Pape)

[Seite 1465] ἡ, = κοδομεύτρια, VLL. u. Poll. 6, 64.

Greek Monolingual

κοδομή, ἡ (Α)
1. γυναίκα που έψηνε κριθάρι
2. (κατά τον Ησύχ.) «ὄνομα θεραπαίνης».
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Πρόκειται ίσως για δάνεια λ. μικρασιατικής προελεύσεως. Ως προς τα παράγωγα, από το κοδομή παρήχθη πιθ. το κοδομεύω και από το τελευταίο υποχωρητικά το κοδομεύς.