Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κομιδῇ

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: κομῐδῇ Medium diacritics: κομιδῇ Low diacritics: κομιδή Capitals: ΚΟΜΙΔΗ
Transliteration A: komidē̂i Transliteration B: komidē Transliteration C: komidi Beta Code: komidh=|

English (LSJ)

Adv. (dat. offoreg., orig. 'with care')

   A exactly, just, ἐστὶ κ. μεσημβρία Ar.Fr.347; κ. δ' ὥσπερ ἦν D.1.22.    2 entirely, altogether, quite, with Verbs, κ. μεθύειν Pl.Smp.215d, cf. Antiph.74.12; κ. ἀπειρηκέναι Id.191.14; Πομπήϊον ἀπέστρεψε κ. τοῦ Κικέρωνος Plu.Cic.30: more freq. with Adjs., κ. ἕτερον Pl.Tht.159a; εἰς στενὸν κ.… καταστήσεται D.1.22; κ. μικρά Id.18.295; σαπροὺς κ. (sc. ἰχθῦς) Antiph. 218.4; βαρὺς κ. Eub.41.7; κ. ἀναίσθητος Arist.EN1114a10; κ. φαῦλος ib.1166b5: with Substs., Θετταλὸν λέγεις κ. τὸν ἄνδρα quite a Thessalian, Antiph.276; μειρακύλλιον ὢν κ. D.21.78; νέος κ. ib.80: with an Adv., κύκλῳ κ. all round us, Pl.Chrm.155d: with a neg., κ. γὰρ οὐκ ἦν οὐδαμοῦ nowhere at all, Antiph.129.10; ὥστε μὴ κ. μοναρχίαν εἶναι none at all, Plu.Per.11; κ. ἀτέχνως without any art at all, Pl.Grg. 501a.    3 freq. in answers, κομιδῇ μὲν οὖν just so, Ar.Pl.833, 834, 838, Pl.Tht.155a, Sph.221c, al.; κ. γε quite so, Id.R.442a, 453e, al.

German (Pape)

[Seite 1477] adverbial gebraucht, auch κομιδῆ geschrieben, mit Sorgfalt, sorgfältig, ganz u. gar, vollends; ἀλλ' ἔστιν κομ. μεσημβρία Ar. frg. 125; κομ. ἀτέχνως ἐπ' αὐτὴν ἔρχεται Plat. Gorg. 501 a; ὅτανκομιδῇ ἕτερον, wenn es etwas ganz Anderes ist, Theaet 159 a; κομιδῇ μεθύειν Conv. 215 d; – öfter in bejahender, bekräftigender Antwort, κομιδῇ γε, κομιδῇ μὲν οὖν, jawohl, gewiß, allerdings, z. B. Ar. Plut. 833, Plat. Theaet. 155 a Rep. IV, 442 a.

French (Bailly abrégé)

adv.
1 avec soin ; tout à fait, complètement;
2 dans le dialogue parfaitement, certainement.
Étymologie: dat. de κομιδή.

Greek Monotonic

κομῐδῇ: επίρρ. (δοτ. αντί κομιδή
1. ακριβώς, «σωστά», σε Πλάτ., Δημ.
2. όπως το πάνυ, απολύτως, ολότελα, εντελώς, σε Πλάτ.· οὐ κομιδῇ, καθόλου, σε Πλούτ.
3. στις απαντήσεις, κομιδῇ μὲν οὖν, ακριβώς έτσι, βεβαίως, σε Αριστοφ., Πλάτ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κομιδῇ [κομιδή] adv., eig. ‘met zorg’ geheel en al, volledig; precies:. κομιδῇ μεθύειν volledig dronken zijn Plat. Smp. 215d; κομιδῇ δ ’, ὥσπερ ἦν helemaal zoals het was Dem. 1.22; κομιδῇ μικρά heel erg klein Dem. 18.295. in dialoog als antw. (ja) zeker, ongetwijfeld.

Russian (Dvoretsky)

κομῐδῇ: реже κομῐδῆ adv. [dat. к κομιδή
1) совершенно, вполне: κ. ἀτέχνως Plat. без всякого размышления; κ. ἕτερος Plat. совершенно другой; κ. μεθύειν Plat. быть совершенно пьяным;
2) (в ответах) вот именно, совершенно верно, конечно (καὶ ἀνθρώπων λέγομεν τὰ τριττὰ γένη εἶναι …; κ. γε Plat.).

Middle Liddell

[dat. of κομιδή
1. exactly, just, Plat., Dem.
2. like πάνυ, absolutely, altogether, quite, Plat.; οὐ κομιδῇ not at all, Plut.
3. in answers, κομιδῇ μὲν οὖν just so, yes certainly, Ar., Plat.