Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κομπασμός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: Κομπασμός Medium diacritics: κομπασμός Low diacritics: κομπασμός Capitals: ΚΟΜΠΑΣΜΟΣ
Transliteration A: kompasmós Transliteration B: kompasmos Transliteration C: kompasmos Beta Code: *kompasmo/s

English (LSJ)

ὁ, = foreg., Plu.Sull.16.

German (Pape)

[Seite 1479] ὁ, das Großsprechen, Prahlen, Plut. Sull. 16.

Greek (Liddell-Scott)

κομπασμός: ὁ = κόμπασμα, Πλουτ. Σύλλ. 16.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
vantardise, jactance.
Étymologie: κομπάζω.

Greek Monolingual

ο (Α κομπασμός) κομπάζω
κόμπασμα, καυχησιολογία.

Greek Monotonic

κομπασμός: ὁ = κόμπασμα, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

κομπασμός: ὁ Plut. = κόμπασμα.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κομπασμός -οῦ, ὁ [κομπάζω] opschepperij.

Middle Liddell

κομπασμός, οῦ, = κόμπασμα, Plut.]