Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοπετός

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: κοπετός Medium diacritics: κοπετός Low diacritics: κοπετός Capitals: ΚΟΠΕΤΟΣ
Transliteration A: kopetós Transliteration B: kopetos Transliteration C: kopetos Beta Code: kopeto/s

English (LSJ)

ὁ,

   A noise, Eup.347; esp. of lamentation, = κομμός, Act.Ap. 8.2, Plu.Fab.17 (pl.), AP11.122 (Nicarch.).

German (Pape)

[Seite 1482] ὁ, das mit Schlagen an die Brust verbundene Wehklagen, planctus; Plut. Fab. 17; Nicarch. 30 (XI, 122); κοπετὸν ποιεῖσθαι ἐπί τινι, um Einen wehklagen, N. T.

Greek (Liddell-Scott)

κοπετός: ὁ, θρῆνος μέγας μὲ στηθοκτυπήματα, Εὔπολις ἐν «Κόλαξι» 13, Πλουτ. Φάβ. 17, Ἀνθ. Π. 11. 122, πρβλ. κομμός.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
coup dont on se frappe la poitrine en signe de douleur ; lamentation.
Étymologie: κόπτω.

English (Strong)

from κόπτω; mourning (properly, by beating the breast): lamentation.

English (Thayer)

κοπετοῦ, ὁ (from κόπτομαι, see κόπτω), the Sept. for מִסְפֵּד; Latin planctus, i. e. lamentation with beating of the breast as n sign of grief: κοπετόν ποιεῖσθαι ἐπί τίνι, ἐπί τινα, Eupolis in Bekker's annott. ad Etym. Magn., p. 776; Dionysius Halicarnassus, Antiquities 11,31; Plutarch, Fab. 17.)

Greek Monolingual

ο (ΑM κοπετός)
γοερός θρήνος που συνοδεύεται συνήθως από δαρμούς του στήθους («συνεκόμισαν δὲ τὸν Στέφανον ἄνδρες εὐλαβεῑς καὶ ἐποίησαν κοπετὸν μέγαν ἐπ' αὐτῷ», ΚΔ).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κόπτω, κατά το σχήμα ὕει «βρέχει»: ὑετός.

Greek Monotonic

κοπετός: ὁ = κομμός, σε Πλούτ., Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

κοπετός: ὁ биение себя в грудь Plut., NT, Anth.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κοπετός -οῦ, ὁ [κόπτω] het zich op de borst slaan (als teken van rouw):. ἐποίησαν κοπετὸν μέγαν ἐπ ’ αὐτῷ zij organiseerden een grote dodenklacht voor hem NT Act. Ap. 8.2.

Middle Liddell

κοπετός, οῦ, = κομμός, Plut., Anth.]

Chinese

原文音譯:kopetÒj 可胚拖士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:打擊 相當於: (מִסְפֵּד‎)
字義溯源:悲哀,哭泣,捶胸哀哭,哀慟;源自(κόπτω)*=砍)
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 哀慟(1) 徒8:2