Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοτσάνι

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

το
1. κοινή ονομασία του μίσχου ενός άνθους, φύλλου ή καρπού
2. φρ. «έφαγε και τα κοτσάνια» — λέγεται για αδηφάγους ή και για πλεονέκτες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κοψάνιον, υποκορ. του κόψανον (< κόπτω). Το ψ > τσ (πρβλ. ψευδός: τσευδός), με τροπή του χειλικού (π) σε οδοντικό (τ)].