Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κουβεντιάζω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

κουβέντα
1. συνομιλώ, συζητώ
2. διαπραγματεύομαι κάτι, το συζητώ με κάποιον λεπτομερώς
3. καθοδηγώ, δασκαλεύω («τον έχουν κουβεντιάσει, γι' αυτό άλλαξε στάση απέναντί μου»)
4. κακολογώ, σχολιάζω δυσμενώς, επικρίνω («τον κουβεντιάζει όλο το χωριό για την κακή συμπεριφορά του στη γυναίκα του»)
5. συναναστρέφομαι κάποιον («μη τον κουβεντιάζεις
δεν είναι καλός άνθρωπος»
6. φρ. «αντάμα κουβεντιάζουμε και χώρια ακούμε» — λέγεται για εκείνους που δεν μπορούν να συνεννοηθούν.