Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοχλακώδης

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: κοχλᾱκώδης Medium diacritics: κοχλακώδης Low diacritics: κοχλακώδης Capitals: ΚΟΧΛΑΚΩΔΗΣ
Transliteration A: kochlakṓdēs Transliteration B: kochlakōdēs Transliteration C: kochlakodis Beta Code: koxlakw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A gravelly, Thphr.HP9.9.6.

Greek (Liddell-Scott)

κοχλακώδης: -ες, (εἶδος) πλήρης χαλίκων, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 9. 9. 6.

Greek Monolingual

κοχλακώδης, -ῶδες (Α)
γεμάτος χαλίκια («ὀρεινὰ χωρία κοχλακώδη», Θεόφρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κόχλαξ, -α-κ-ος + κατάλ. -ώδης (πρβλ. αμμ-ώδης, πετρ-ώδης)].