Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κούμουλον

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ → The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

κούμουλον, τὸ ή κούμουλος, ὁ (Μ)
1. σωρός
2. ποσοστιαία αμοιβή που έπαιρναν οι πλοίαρχοι στον Νείλο ανάλογα με την ποσότητα του σιταριού που μετέφεραν ή φόρτωναν.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. cumulus «σωρός»].