Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοῦρος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: κοῦρος Medium diacritics: κοῦρος Low diacritics: κούρος Capitals: ΚΟΥΡΟΣ
Transliteration A: koûros Transliteration B: kouros Transliteration C: koyros Beta Code: kou=ros

English (LSJ)

(A), ὁ, Ep. and Ion. for κόρος (B) (q.v.).
κοῦρος (B), ὁ, (κείρω, κορσός)

   A loppings, twigs stripped from a tree, μηδὲ ξύλα μηδὲ κοῦρον μηδὲ φρύγανα μηδὲ φυλλόβολα IG22.1362.6.

English Wikipedia

A kouros (Ancient Greek: κοῦρος, plural kouroi) is the modern term given to free-standing ancient Greek sculptures that first appear in the Archaic period in Greece and represent nude male youths. In Ancient Greek kouros means "youth, boy, especially of noble rank". Although Kouroi have been found in many ancient Greek territories, they were especially prominent in Attica and Boiotia. The term kouros was first proposed for what were previously thought to be depictions of Apollo by V. I. Leonardos in 1895 in relation to the youth from Keratea,[3] and adopted by Henri Lechat as a generic term for the standing male figure in 1904. Such statues are found across the Greek-speaking world; the preponderance of these were found in sanctuaries of Apollo with more than one hundred from the sanctuary of Apollo Ptoion, Boeotia, alone. These free-standing sculptures were typically marble, but the form is also rendered in limestone, wood, bronze, ivory and terracotta. They are typically life-sized, though early colossal examples are up to 3 meters tall.

Italian Wikipedia

I kouroi, singolare kouros (κοῦρος - ragazzo, plur. κοῦροι), sono sculture greche del periodo arcaico, la cui origine si colloca intorno alla metà del VII secolo a.C. e la cui impostazione risente inizialmente degli influssi provenienti dalla statuaria egizia. Il kouros è una figura umana maschile nuda e stante, idealmente priva di azioni e di attributi. Il considerevole numero di esemplari pervenuti permette di seguirne lo sviluppo sino all'inizio dell'età severa.

Sounion Kouros

Greek Wikipedia

Οι Κούροι (ενικός ο Κούρος), -οι γυναικείες μορφές ονομάζονται αντίστοιχα Κόρες- είναι η ονομασία των μεγάλων διαστάσεων μαρμάρινων αγαλμάτων ανδρικής μορφής, τα οποία μετά την μέση αρχαϊκή περίοδο 580 π.Χ. δεσπόζουν στην ελληνική τέχνη. Οι Κούροι είναι γυμνοί, ενώ οι κόρες είναι ντυμένες, όπως η Πεπλοφόρος κόρη. Τους Κούρους μπορεί κανείς να τους γνωρίσει και να τους μελετήσει κυρίως στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών και τις Κόρες στο Μουσείο Ακρόπολης.

Spanish Wikipedia

Un kuros (plural kuroi del griego κοῦρος, κοῦροι, transcrito a veces erróneamente como kouros) es una estatua de un varón joven, fechada a partir del Periodo Arcaico del arte griego (sobre 650 al 500 a. C.) Es un tipo de escultura que imperó durante los siglos VIII–VI a. C. El equivalente femenino son las korai (singular kore).

French Wikipedia

Un kouros (pluriel kouroï, on écrit aussi couros), est une statue de jeune homme, datant de la période archaïque de la sculpture grecque (de -650 à -500). Le pendant féminin de ce type de sculpture est la korê (on écrit aussi corê, corè voire coré).

Greek (Liddell-Scott)

κοῦρος: ὁ, Ἰων. ἀντὶ κόρος, παιδίον, παῖς, νεανίσκος, Ὅμ., ὅστις μεταχειρίζεται μόνον τοῦτον τὸν τύπον, ἴδε κόρος, κόρη· καὶ πρβλ. κουρότερος, κουρίδιος, ἐν τέλ.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
ion. c. κόρος².

English (Autenrieth)

youth, boy, esp. of noble rank, so when applied to the attendants at sacrifices and banquets, as these were regularly the sons of princely houses, Il. 1.470, Od. 1.148; also implying vigorous youth, ability to bear arms, Il. 17.726; son, Od. 19.523.

English (Slater)

κοῡρος
   1 son ἁ δὲ τίκτε θεόφρονα κοῦρον Iamos (O. 6.41) πρόγονοι, ἀρχᾶθεν Ἰαπετιονίδος φύτλας κοῦροι κορᾶν (O. 9.56) καί ποτε τὸν τρικάρανον Πτωίου κευθμῶνα κατέσχεθε κουρ[ (κοῦ[ρος supp. Snell, i. e. Teneros: κού[ρα Reitzenstein) fr. 51b.

Spanish

joven, muchacho, kuros

Greek Monolingual

(I)
ο (ΑM κοῡρος)
αρχαϊκό άγαλμα νέου άντρα
νεοελλ.
πετεινός, κόκορας
μσν.-αρχ.
νέος, παληκάρι, κόρος («ἐκ μὲν Δουλιχίοιο δύω καὶ πεντήκοντα κοῡροι κεκριμένοι», Ομ. Οδ.)
αρχ.
γιος («κοῡρον Ζήθοιο ἄνακτος», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ιων. και ποιητ. τ. του κόρος. Η χρήση του ιων. τ. κοῦρος για τον χαρακτηρισμό τών αρχαϊκών αγαλμάτων οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι τέτοια αγάλματα κατασκευάστηκαν για πρώτη φορά σε περιοχές της Ιωνίας (Έφεσο, Σάμο, Χίο κ.ά.].
ΠΑΡ. αρχ. κουρήϊος, κούρητες, Κουρήτες, κουρίδιος, κουρίζω, κουρικός, κούριος, κουρόσυνος, κουρότερος, κουρώδης.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) μσν. κουροφθόρος
αρχ.
κουροβόρος, κουρογονία, κουροθαλής, κουροκτόνος, κουροτόκος, κουροτρόπος, κουροτρόφος κουρόφιλος. (Β' συνθετικό) αρχ. αγλαόκουρος, άκουρος].
(II)
κοῡρος, ὁ (Α)
μικρό κλαδί που κόβεται από δένδρο για καθαρισμό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. κουρά.
(III)
ο
το κούρεμα, η κουρά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. παρ. του κουρεύω.

Greek Monotonic

κοῦρος: ὁ, Ιων. αντί κόρος, αγόρι, νέος, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

κοῦρος: ὁ эп.-ион. = κόρος III.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κοῦρος -ου, ὁ Ion. voor 2. κόρος.; ep. comp. -τερος als adj. jonger.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: coll. prob. loppings, twigs lopped from a tree (IG 22, 1362, 6; IVa fin.: ξύλα .. κοῦρον .. φρύγανα .. φυλλόβολα).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Verbal abstract from *κορσος like κουρά (s. v.) from *κορσά; cf. Forbes Glotta 36, 238. Here (without -σ-) also κόρος twig, sprout? (cf. on κόρη).

Frisk Etymology German

κοῦρος: {koũros}
Grammar: m.
Meaning: koll. etwa Schnitzel, abgehauene Äste (IG 22, 1362, 6; IVa fin.: ξύλα .. κοῦρον .. φρύγανα .. φυλλόβολα).
Etymology : Verbalabstraktum aus *κορσος wie κουρά (s. d.) aus *κορσά; vgl. Forbes Glotta 36, 238. Hierher (ohne -σ-) auch κόρος Ast, Sproß? (vgl. zu κόρη).
Page 1,936