Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κράβυζος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: κράβυζος Medium diacritics: κράβυζος Low diacritics: κράβυζος Capitals: ΚΡΑΒΥΖΟΣ
Transliteration A: krábyzos Transliteration B: krabyzos Transliteration C: kravyzos Beta Code: kra/buzos

English (LSJ)

ὁ, kind of

   A shell-fish, Epich.42.

Greek (Liddell-Scott)

κράβυζος: ὁ, εἶδος ὀστρακοδέρμου, Ἐπίχ. 23 Ahr.

Greek Monolingual

κράβυζος, ὁ (Α)
είδος οστρακοδέρμου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Αν δεν πρόκειται για δάνεια λ., ίσως να προέρχεται από αμάρτυρο κραβό-βυζος (με συλλαβική ανομοίωση) < κράβος «είδος θαλάσσιου πουλιού» + βῦζα «κουκουβάγια». Σημασιολογικά, ωστόσο, η ετυμολογία αυτή παρουσιάζει σοβαρή αδυναμία].

Etymological

Grammatical information: m.
Meaning: name of a shell-fish (Epich. 42).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Prob. foreign word; on -υζος Schwyzer 472 w. n. 3, and see on κόνυζα. After Strömberg Fischnamen 121 for *κραβό-βυζος from κράβος ὁ λάρος H. and βῦζα `eagle-owl (Nic.); most improbable. Fur. 238, 283 connects κράμβος dry, for which I see no reason.