Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κράτηση

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

η (AM κράτησις) κρατώ
συγκράτηση, αναχαίτιση, σταμάτημα, παρεμπόδιση
νεοελλ.
1. βάσταγμα, στήριγμα, κράτημα, πιάσιμο από κάπου
2. (σχετικά με αποδοχές ή απολαβές) το εκάστοτε κρατούμενο από τη μισθοδοσία ποσό για τη σύνταξη, την ασφάλιση, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ή για άλλο λόγο, παρακράτηση
3. ποινή στερητική της ελευθερίας, που επιβάλλεται από τα δικαστήρια σε περιπτώσεις πταισμάτων
4. πειθαρχική ποινή σε παραβάτη στρατιώτη
5. φρ. α) (πολ. δικ.) «κράτηση προσωπική» — μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης με το οποίο ο δανειστής «πιέζει» τον οφειλέτη, στερώντας του την προσωπική ελευθερία, να πληρώσει το χρέος του ή να προβεί σε ορισμένη πράξη ή παράλειψη, αλλ. προσωποκράτηση
β) (ποιν. δικ.) θεσμός καταργητικός της προσωπικής ελευθερίας του κατηγορουμένου κατά την προδικασία
γ) «κράτηση θέσης» — φύλαγμα θέσης, κλείσιμο θέσης
μσν.
1. κατάκτηση, κυρίευση
2. αντοχή, δύναμη αντίστασης
3. συγκράτηση, εγκράτεια
4. δέσμευση, υποχρέωση
(μσν.-αρχ.)
1. δύναμη, εξουσία, ισχύς
2. άσκηση εξουσίας
αρχ.
1. κατοχή, κτήση, κυριότητα
2. επικράτηση, υπερίσχυση
3. ανάκτηση ισορροπίας, σταθεροποίηση
4. επέτειος της ανάρρησης ενός ηγεμόνα στον θρόνο
5. φρ. α) «κράτησις τῶν ὑδάτων» — ξηρασία
β) «ἡ Καίσαρος κράτησις» — η εποχή της εξουσίας του Καίσαρος.