Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κρίνω

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: κρίνω Medium diacritics: κρίνω Low diacritics: κρίνω Capitals: ΚΡΙΝΩ
Transliteration A: krínō Transliteration B: krinō Transliteration C: krino Beta Code: kri/nw

English (LSJ)

[ῑ], Ep. 3sg. ind. κρίνησι (δια-) f.l. in Theoc.25.46: fut. κρῐνῶ, Ep., Ion. κρῐνέω (δια-) Il.2.387: aor.

   A ἔκρῑνα Od.18.264, etc.: pf.κέκρῐκα Pl.Lg.734c, etc.:—Med., fut. κρῐνοῦμαι E.Med.609, but in pass. sense, Pl.Grg.521e: aor. ἐκρῑνάμην Il.9.521, etc.:—Pass., fut. κρῐθήσομαι A.Eu.677, Antipho 6.37, etc.: aor. ἐκρίθην [ῐ] Pi.N.7.7, etc.; 3pl. κρίθεν Id.P.4.168, ἔκριθεν A.R.4.1462; Ep.opt. κρινθεῖτε (δια-) Il.3.102, part. κρινθείς 13.129, Od.8.48, inf. κρινθήμεναι A.R.2.148: pf. κέκρῐμαι Pi.O.2.30, And.4.35, etc.; inf. κεκρίσθαι (ἀπο-) Pl. Men.75c:—Aeol. κρίννω dub.in IG12(2).278 (Mytil.): aor. ἔκριννε ib. 6.28(Mytil., ἐπ-); inf. κρίνναι ib.526b15:—Thess. pres. inf. κρεννέμεν ib.9(2).517.14 (Larissa):—separate, put asunder, distinguish, ὅτε τε ξανθὴ Δημήτηρ κρίνῃ… καρπόν τε καὶ ἄχνας Il.5.501, etc.; κρῖν' ἄνδρας κατὰ φῦλα 2.362. cf. 446; ἥλιος ἠὼ καὶ δύσιν ἔκρινεν Emp.154.1; κ. τὸ ἀληθές τε καὶ μή Pl.Tht.150b; τούς τε ἀγαθοὺς καὶ τοὺς κακούς X. Mem.3.1.9, etc.:—also Med., ἀντία δ' ἐκρίναντο δέμας καὶ σήματ' ἔθεντο χωρὶς ἀπ' ἀλλήλων Parm.8.55:—Pass., κρινόμενον πῦρ Emp.62.2.    II pick out, choose, ἐν δ' ἐρέτας ἔκρινεν ἐείκοσιν Il.1.309; ἐκ Λυκίης… φῶτας ἀρίστους 6.188, cf. Od.4.666, 9.90, 195, 14.217, etc.; κ. τινὰ ἐκ πάντων Hdt.6.129; κρίνασα δ' ἀστῶν… τὰ βέλτατα A.Eu.487; δίδωμί σοι κρίναντι χρῆσθαι S.OC641, etc.:—Med., κρίνασθαι ἀρίστους to choose the best, Il.9.521, cf. 19.193, Od.4.408, 530, etc.:—Pass., to be chosen out, distinguished, ἵνα τε κρίνονται ἄριστοι 24.507; esp.in partt., κεκριμένος picked out, chosen, Il.10.417, Od.13.182, al., Hdt.3.31; κρινθείς Il.13.129, Od.8.48; ἀρετᾷ κριθείς distinguished for... Pi.N.7.7; κριθέντων ἐν τοῖς ἱερέοις approved…, GDI2049.15 (Delph.); ἀσπίδα… κεκριμένην ὕδατι καὶ πολέμῳ proved by sea and land, AP9.42 (Leon.); ἐν ζῶσι κεκριμένα numbered among... cj. in E.Supp.969 (lyr.); εἰς τοὺς ἐφήβους κριθείς Luc.Am.2.    2 decide disputes, κρίνων νείκεα πολλά Od.12.440; ἔκριναν μέγα νεῖκος… πολέμοιο 18.264: c.acc. cogn., οἳ… σκολιὰς κρίνωσι θέμιστας judge crooked judgements, Il.16.387; κ. δίκας Hdt. 2.129; κρῖνε δ' εὐθεῖαν δίκην A.Eu.433, etc.; πρώτας δίκας κρίνοντες αἵματος ib.682; κρινεῖ δὲ δὴ τίς ταῦτα; Ar.Ra.805; κ. κρίσιν Pl.R. 36oe; ἄριστα κ. Th.6.39; κρίνουσι βοῇ καὶ οὐ ψήφῳ they decide the question... Id.1.87; μίσει πλέον ἢ δίκῃ κ. Id.3.67; τὸ δίκαιον κ. Isoc.14.10; τῷ τοῦτο κρίνεις; by what do you form this judgement? Ar.Pl. 48; κ. περί τινος Pi.N.5.40, Pl.Ap.35d, Arist.Rh.1391b9, etc.:— Pass., ἀγὼν κριθήσεται A.Eu.677; κἂν ἰσόψηφος κριθῇ (sc. ἡ δίκη) ib. 741: impers., κριθησόμενον a decision being about to be taken, Arr.An. 3.9.6.    b decide a contest, e.g. for a prize, ἀγῶνα κ. Ar.Ra.873; ἔργον ἐν κύβοις Ἄρης κρινεῖ A.Th.414: c. acc. pers., κ. τὰς θεάς decide their contest, i.e. judge them, E.IA72:—Pass., Id.Supp.601(lyr.); αἱ μάχαι κρίνονται ταῖς ψυχαῖς X.Cyr.3.3.19:—Med. and Pass., of persons, have a contest decided, come to issue, κρινώμεθ' Ἄρηϊ Il.2.385, cf.18.209; ὁπότε μνηστῆρσι καὶ ἡμῖν… μένος κρίνηται Ἄρηος Od.16.269; βίηφι κ. Hes.Th.882; dispute, contend, Ar.Nu.66; περὶ ἀρετῆς Hdt.3.120; οὐ κρινοῦμαι… σοι τὰ πλείονα E.Med.609; δίκῃ περί τινος κρίνεσθαι Th.4.122; κρίνεσθαι μετά τινος v.l. in LXX Jd.8.1, Jb.9.3; πολλαῖς μάχαις κριθείς Nic.Dam.20 J.; compete in games, c. acc. cogn., κριθέντα Πύθια JRS3.295 (Antioch. Pisid.): pf. part., decided, clear, strong, κεκριμένος οὖρος Il.14.19; πόνοι κεκρ. decided, ended, Pi.N.4.1.    c win a battle, τὴν μάχην Ἀννίβας ἔκρινε Plb.3.117.11.    3 adjudge, κράτος τινί S.Aj.443:—Pass., τοῖς οὔτε νόστος… κρίθη Pi.P.8.84; τὰ κριθησόμενα the sum adjudged to be paid, PLips.38.13 (iv A. D.).    b abs., judge, give judgement, ἄκουσον… καὶ κρῖνον Ar.Fr.473; ἀδίκως κ. Pherecr.96, cf. Men.Mon.287, 576.    c Medic., bring to a crisis, τὸ θερμὸν φίλιόν [ἐστι] καὶ κρῖνον Hp.Aph.5.22; κ. τὰ νοσήματα Gal.Nat. Fac.1.13, al.:—Pass., of a sick person, come to a crisis, ἐκρίθη εἰκοσταῖος Hp.Epid.1.15 (also impers. in Act., ἔκρινε τούτοισιν ἑνδεκαταίοισιν the crisis came... ib.18); τοῦ πάθους κριθέντος D.S.19.24.    4 judge of, estimate, πρὸς ἐμαυτὸν κρίνων [αὐτόν] judging of him by myself, D.21.154; πρὸς ἀργύριον τὴν εὐδαιμονίαν κ. Isoc.4.76:—Pass., ἴσον παρ' ἐμοὶ κέκριται Hdt.7.16.α'; εὔνοιακαιρῷ κρίνεται Men.691.    5 expound, interpret in a particular way, τὸ ἐνύπνιον ταύτῃ ἔκριναν Hdt. 1.120, cf. 7.19, A.Pr.485, etc.:—in Med., ὁ γέρων ἐκρίνατ' ὀνείρους Il. 5.150.    6 c. acc. et inf., decide or judge that... Hdt.1.30, 214, Pl. Tht.17od, etc.; κρίνω σὲ νικᾶν A.Ch.903; so, with the inf. omitted, ἀνδρῶν πρῶτον κ. τινά S.OT34; Ἔρωτα δ' ὅστις μὴ θεὸν κρίνει μέγαν E.Fr.269; τὴν πόλιν ἀθλιωτάτην ἔκρινας Pl.R.578b; ἐκ τῶν λόγων μὴ κρῖνε… σοφόν Philem.228:—Pass., Ἑλλήνων ἕνα κριθέντ' ἄριστον S.Ph. 1345, cf. Th.2.40, etc.    7 decide in favour of, prefer, choose, κρίνω δ' ἄφθονον ὄλβον A.Ag.47<*>, cf. Supp.396 (both lyr.); τὴν ἐλπίδα τῆς τύχης πάρος S.Tr.724; τινὰ πρό τινος Pl.R.399e, cf. Phlb.57e; τι πρός τι Id.Phd.110a (Pass.); εἴ σφε κρίνειεν Πάρις E.Tr.928, cf. Ar.Av. 1103, Ec.1155; choose between, δύ' ἔσθ' ἃ κρῖναι τὸν γαμεῖν μέλλοντα δεῖ, ἤτοι προσηνῆ γ' ὄψιν ἢ χρηστὸν τρόπον Men.584.    8 c.inf.only, determine to do a thing, UPZ42.37(ii B. C.), Ep.Tit.3.12, 1 Ep.Cor.2.2, etc.; ζῆν μεθ' ὧν κρίνῃ τις ἄν (sc. ζῆν) with whom he chooses to live, Men.506; but τὸ βιάζεσθαι οὐκ ἔκρινε D.S.15.32.    9 form a judgement of a thing, μὴ κρῖν' ὁρῶν τὸ κάλλος Men.Mon.333.    III in Trag., question, αὐτὸν… ἅπας λεὼς κρίνει παραστάς S.Tr.195; εἴ νιν πρὸς βίαν κρίνειν θέλοις ib.388; καὶ κρῖνε κἀξέλεγχ' Id.Ant.399; μὴ κρῖνε, μὴ 'ξέταζε Id.Aj.586; σέ τοι, σὲ κρίνω Id.El.1445.    2 bring to trial, accuse, D.2.29, 18.15, 19.233; κ. θανάτου judge (in matters) of life and death, X.Cyr.1.2.14; κ. τινὰ προδοσίας Lycurg.113; περὶ προδοσίας Isoc.15.129; κ. τινὰ κακώσεως ἐπαρχίας, Lat. repetundarum, Plu.Caes. 4:—Pass., to be brought to trial, Th.6.29; θανάτου (δίκῃ add. cod. B) Id.3.57; Λεωκράτους τοῦ κρινομένου Lycurg.1; κρίνομαι πρὸς Σωφρόνην; Men.Epit.529; τρὶς κρίνεται παρ' ὑμῖν περὶ θανάτου D.4.47; ἐκρίνετο τὴν περὶ Ὠρωποῦ κρίσιν θανάτου Id.21.64: c. gen. criminis, κρίνεσθαι δώρων Lys.27.3: κ. ἐπ' ἀδικήματι Plu.2.241e: abs., ὁ κεκριμένος Aeschin.2.159.    3 pass sentence upon, condemn, D.19.232:— Pass., to be judged, condemned, κακούργου… ἐστι κριθέντ' ἀποθανεῖν Id.4.47; μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε Ev.Matt.7.1; τὰ κεκριμένα the judgement of a court, PRyl.76.8 (ii A. D.). (κρῐ-ν-yω ἐ-κρῐ-ν-σα, cf. Lat. cerno (from *crǐ-n-), crībrum (from *crei-dhrom).)

Greek (Liddell-Scott)

κρίνω: ῑ, Ἐπικ. γ΄ ὑποτ. κρίνησι (ἴδε διακρίνω): μέλλ. κρῐνῶ, Ἐπικ. κρῐνέω (δια-) Ἰλ.· ἀόρ. ἔκρῑνα Ὀδ., Ἀττ.· πρκμ. κέκρῐκα Πλάτ., κτλ. ― Μέσ., μέλλ. κρῐνοῦμαι Εὐρ. Μήδ. 609, ἀλλ’ ἐπὶ παθ. σημασ., Πλάτ. Γοργ. 521Ε, πρβλ. διακρίνω, ἀόρ. ἐκρινάμην, Ὅμ., κτλ. ― Παθ., μέλλ. κρῐθήσομαι Τραγ., Ἀττ.· ἀόρ. ἐκρίθην ῐ Πίνδ., Ἀττ.· Ἐπικ. εὐκτ. κρινθεῖτε (δια-) Ἰλ., μετοχ. κρινθεὶς Ἰλ. Ν. 129, Ὀδ. Θ. 48· πρκμ. κέκρῐμαι Πίνδ., Ἀττ.· ἀπαρ. κεκρίσθαι (ἀπο-) Πλάτ. Μένων 75C· ― Αἰολ. κρίννω μετὰ διπλοῦ ν, Böckh εἰς Συλλ. Ἐπιγραφ. 2. σ. 189. (Ἐκ τῆς √ΚΡΙ, ὅθεν καὶ αἱ λέξ. κριτής, κρίσις, κρῖμα, κτλ.· πρβλ. Σανσκρ. kar, kir-âmi (effundo, spargo)· Λατ. cerno, cre-vi, cri-brum (πρβλ. κρίμνον), cri-men, cer-tus· Ἀγγλο-Σαξον. hrid-der (sieve)· ― ἀλλ’ ὑπάρχει λόγος νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἡ ῥίζα ἦτο ΣΚΑΡ, πρβλ. Σανσκρ. apa-skar-as = σκώρ, σκατός, (excrementum), πρὸς τὸ Λιθ. skir-iù (separo, eligo).) Χωρίζω, «ξεχωρίζω», ἀποχωρίζω, θέτω κατὰ μέρος, ὅτε τε ξανθὴ Δημήτηρ κρίνῃ… καρπὸν τ’ ἄχνας τε Ἰλ. Ε. 501, κτλ.· κρῖν’ ἄνδρας κατὰ φῦλα Β. 362, πρβλ. 446· κρ. τὸ ἀληθές τε καὶ μὴ Πλάτ. Θεαίτ. 150Β· τούς τε ἀγαθοὺς καὶ τοὺς κακοὺς Ξεν. Ἀπομν. 3. 1, 9, κτλ. ΙΙ. ἐκλέγω, ἐς δ’ ἐρέτας ἔκρινεν ἐείκοσι Ἰλ. Α. 309· ἐκ Λυκίης... φῶτας ἀρίστους Ζ. 118, πρβλ. Ὀδ. Δ. 666., Ι. 90, 195., Ξ. 217, κτλ.· οὕτω, κρ. τινὰ ἐκ πάντων Ἡρόδ. 6. 129· κρίνασα δ’ ἀστῶν… τὰ βέλτατα Αἰσχύλ. Εὐμ. 487· δίδωμί σοι κρίναντι χρῆσθαι Σοφ. Ο. Κ. 641, κτλ.· ― ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, κρίνασθαι ἀρίστους, ἐκλέγειν τοὺς ἀρίστους, Ἰλ. Ι. 521, πρβλ. Τ. 193, Ὀδ. Δ. 408, 530, κτλ. ― Παθ. ἐκλέγομαι, διακρίνομαι, ἵνα τε κρίνονται ἄριστοι Ω. 507· ἀλλ’ ὁ Ὅμ. μεταχειρίζεται μετοχ. κεκριμένος καὶ κρινθεὶς ἐπὶ τῆς σημασ. ἐκλελεγμένος, ἐκλεκτός, Ἰλ. Κ. 417, Ὀδ. Ν. 182., Π. 248, κτλ. (πλὴν ἐν Ἰλ. Ξ. 19, ἴδε κατωτ. 2)· ἀρετᾷ κριθείς, διακριθεὶς ἐπὶ ἀρετῇ..., Πινδ. Ν. 7. 10· ἀσπίδα... κεκρ. ὕδατι καὶ πολέμῳ, διακριθεὶς κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν, Ἀνθ. Π. 9. 42· ― ἐν ζῶσι κεκριμένα (ἢ κρινομένα), ἐναρίθμιος μεταξὺ τῶν ζώντων, κατὰ Δινδ. καὶ Ναύκ. ἀντὶ ἀριθμουμένα, ἴδε σημ. Paley ἐν τόπῳ..., Εὐρ. Ἱκέτ. 969· εἰς τοὺς ἐφήβους κριθεὶς Λουκ. Ἔρωτ. 2· ― κατὰ μέσ. ἀόρ., κοῦροι… κρινάσθων, ἂς ἐκλεχθῶσιν, Ὀδ. Θ. 35. 2) ἐκφέρω κρίσιν, ἀπόφασιν περὶ ἐρίδων, κρίνων νείκεα πολλὰ Μ. 440· ἔκριναν μέγα νεῖκος… πολέμοιο Σ. 264· μετὰ συστοίχ. αἰτ., οἳ βίῃ εἰν ἀγορῇ σκολιὰς κρίνωσι θέμιστας, «οἳ ἂν βιαίως κρίνωσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ δίκας διεστραμμένας καὶ ἀδίκους» (Θ. Γαζῆς), Ἰλ. Π. 387· οὕτω, κρ. δίκην Ἡρόδ. 2. 129, Αἰσχύλ. Εὐμ. 433.· πρώτας δίκας κρίνοντες αἵματος αὐτόθι 682· κρινεῖ δὲ δή τις ταῦτα; Ἀριστοφ. Βάτρ. 805· κρ. κρίσιν Πλάτ. Πολ. 360Ε· ἄριστα κρ. Θουκ. 6. 39· κρίνουσι βοῇ καὶ οὐ ψήφῳ, ἀποφασίζουσι τὸ ζήτημα..., ὁ αὐτ. 1. 87· μίσει πλέον ἢ δίκῃ κρ. ὁ αὐτ. 3. 67· τὸ δίκαιον κρ. Ἰσοκρ. 298D· τῷ τοῦτο κρίνεις; πόθεν κρίνεις τοῦτο; πόθεν σχηματίζεις ταύτην τὴν κρίσιν; Ἀριστοφ. Πλ. 48· ὡσαύτως, κρ. περί τινος Πινδ. Ν. 5. 73, Πλάτ. Ἀπολ. 35D, Ἀριστ., κτλ.· ― παθ., ἀγὼν κριθήσεται Αἰσχύλ. Εὐμ. 677· κἂν ἰσόψηφος κριθῇ (δηλ. ἡ δίκη) αὐτόθι 741· ἀπρόσωπ., ὡς ἐν τῇδε τῇ μάχῃ κριθησόμενον, ἔμελλε νὰ κριθῇ, ν’ ἀποφασισθῇ, Ἀρρ. Ἀν. 3. 9, 6. β) ἀποφασίζω ἀγῶνα, π. χ. διὰ βραβεῖον, Σοφ. Αἴ. 443, Ἀριστοφ. Βάτρ. 873· ἔργον ἐν κύβοις Ἄρης κρινεῖ Αἰσχύλ. Θήβ. 414, πρβλ. Εὐρ. Ἱκέτ. 601· ὡσαύτως μετ’ αἰτ. προσ., ὁ τὰς Θεὰς κρίνας, περὶ τοῦ Πάριδος, ὁ αὐτ. Ι. Α. 72· ― Παθ. καὶ. Μέσ., ἐπὶ προσ., φθάνω εἰς ἀποτέλεσμα, κρίνασθαι Ἄρηι Ἰλ. Β. 385, πρβλ. Σ. 209, κτλ.· ὁπότε μνηστῆρσι καὶ ἡμῖν… μένος κρίνηται Ἄρηος, «ἔστι κρίνεσθαι μένος Ἄρεως, ὅτε σύμμιξις πολέμου γένηται, τότε γὰρ διακρίνεται τὸ τῶν μερῶν μένος» (Εὐστ.), Ὀδ. Π. 269, πρβλ. Ἡσιόδ. Θ. 882· καθόλου, φιλονεικῶ, ἐρίζω, μάχομαι, Ἀριστοφ. Νεφ. 66· περί τινος Ἡρόδ. 3. 120· οὐ κρινοῦμαι... σοὶ τὰ πλείονα Εὐρ. Μήδ. 609· δίκῃ κρίνεσθαι Θουκ. 4. 122· οὕτω, κρίνεσθαι μετά τινος Ἑβδ. (Ἰουδ. Η΄, 1)· ― ἐν τῇ μετοχ. τοῦ παθ. πρκμ., διακεκριμένος, καθαρός, ἰσχυρός, οὖρον κεκριμένον, ὡς τὸ εὐκρινής, Ἰλ. Ξ. 19· ὡσαύτως, πόνοι κεκρ., ἀποφασισμένοι, τετελεσμένοι (πρβλ. decisa negotia, Ὁράτ.), Πινδ. Ν. 4. 2· αἱ μάχαι κρίνονται… ταῖς ψυχαῖς Ξεν. Κύρ. 3. 3, 19. 3) δι’ ἀποφάσεως παραχωρῶ, δίδω, κράτος τινὶ Σοφ. Αἴ. 443· ― Παθ., τοῖς οὔτενόστος ἐκρίθη Πινδ. Π. 8. 120. β) ἀπολ., κρίνω, ἐκφέρω κρίσιν ἢ ἀπόφασιν, ἄκουσον... καὶ κρῖνον Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 398· ἀδίκως κρίνειν Φερεκρ. ἐν «Κραπατάλλοις» 16, πρβλ. Μένανδρ. ἐν Μονοστίχ. 287, 576. γ) παρ’ Ἰατρ., φέρω εἰς κρίσιν, εἰς κρίσιμον σημεῖον, τὸ θερμὸν φίλιόν ἐστι καὶ κρῖνον Ἱππ. Ἀφ. 1253· ἐν τῷ παθ., ἐπὶ νοσοῦντος, φθάνω εἰς κρίσιμον κατάστασιν, ἐκρίθη εἰκοσταῖος ὁ αὐτ. ἐν Ἐπιδ. 1. 951· οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς νόσου, ὁ αὐτ. ἐν 954· τοῦ πάθους κριθέντος Διόδ. 19. 24. 4) κρίνω περί τινος, ὡς καὶ νῦν, πρὸς ἐμαυτὸν κρίνων αὐτόν, κρίνων περὶ αὐτοῦ ἐξ ἐμαυτοῦ, Δημ. 564. 17· κρ. πρὸς ἀργύριον τὴν εὐδαιμονίαν Ἰσοκρ. 56Β. ― Παθ., ἴσον παρ’ ἐμοὶ κέκριται Ἡρόδ. 7. 16, 1· εὔνοια καιρῷ κρίνεται Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 143. 5) ἑρμηνεύω, ταύτῃ ἔκριναν τὸ ἐνύπνιον Ἡρόδ. 1. 120, πρβλ. 7. 19, Αἰσχύλ. Πρ. 485, κτλ.· καὶ οὕτως ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, ὁ γέρων ἐκρίνατ’ ὀνείρους Ἰλ. Ε. 150. 6) μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., ἀποφασίζω ἢ ἀποφαίνομαι ὅτι, θεωρῶ..., Ἡρόδ. 1. 30, 214, Πλάτ., κτλ.· κρίνω σε νικᾶν Αἰσχύλ. Χο. 903· οὕτω καὶ παραλειπομένης τῆς ἀπαρ., ἄνδρα πρῶτον κρ. τινὰ Σοφ. Ο. Τ. 34· Ἔρωτα δ’ ὅστις μὴ θεὸν κρίνει μέγαν Εὐρ. Ἀποσπ. 271· τὴν πόλιν ἀθλιωτάτην ἔκρινας Πλάτ. Πολ. 578Β· ἐκ τῶν λόγων μὴ κρῖνε…, σοφὸν Φιλήμ. ἐν Ἀδήλ. 40e· ― Παθ., Ἑλλήνων κριθεὶς ἄριστος Σοφ. Φιλ. 1345, πρβλ. Θουκ. 2. 40, κτλ. 7) ἀποφασίζω ὑπέρ τινος, προτιμῶ, προκρίνω, κρίνω δ’ ἄφθονον ὄλβον Αἰσχύλ. Ἀγ. 471, πρβλ. Ἱκέτ. 396· τὴν ἐλπίδα τῆς τύχης πάρος Σοφ. Τρ. 724· τινὰ πρό τινος Πλάτ. Πολ. 399Ε, πρβλ. Φίληβ. 57Β· τι πρός τι ὁ αὐτ. ἐν Φαίδωνι 110Α· εἴ σφε κρίνειεν Πάρις Εὐρ. Τρῳ. 928, πρβλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 1102, Ἐκκλ. 1155. 8) μετ’ ἀπαρ. μόνον, εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ πράξω τι, Ἐπιστ. π. Τίτ. γ΄, 12, πρβλ. Ἐπιστ. π. Κορ. Α΄, β΄, 2, Διόδ. 15. 32· ζῆν μεθ’ ὧν κρίνῃ τις (δηλ. ζῆν), μεθ’ ὧν προτιμᾷ νὰ ζῇ, Μένανδρ. ἐν «Φιλαφέλφοις» 5. 9) σχηματίζω κρίσιν περί τινος, μὴ κρῖν’ ὁρῶν τὸ κάλλος ὁ αὐτ. ἐν Μονοστ. 333, πρβλ. Ἄδηλ. 58. ΙΙΙ. παρ’ Ἀττ. ποιηταῖς, ἐρωτῶ, αὐτόν... ἅπας λεὼς κρίνει παριστὰς Σοφ. Τρ. 195· εἴ νιν πρὸς βίαν κρίνειν θέλοις αὐτόθι 388· καὶ κρῖνε κἀξέλεγξε ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 399· μὴ κρῖνε, μὴ ’ξέταζε ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 586· σέ τοι, σὲ κρίνω ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 1445. 2) φέρω εἰς κρίσιν, ὡς τὸ κατηγορέω, Λυκοῦργ. 147. 43, πρβλ. Δημ. 26. 18., 230. 7., 413. 25, κτλ.· κρ. θανάτου, κρίνω, δικάζω ἐν ζητήμασι περὶ ζωῆς καὶ θανάτου, Ξεν. Κύρ. 1. 2, 14· κρ. τινὰς προδοσίας Λυκοῦργ. 164. 7· περὶ προδοσίας Ἰσοκρ. π. Ἀντιδ. § 137· κρ. τινὰ κακώσεως ἐπαρχίας, Λατ. repetundarum, Πλουτ. Καῖσ. 4· ― Παθ., κρίνομαι, φέρομαι εἰς δίκην, δικάζομαι, θανάτου κρίνεσθαι (ἴδε ἐν λ. θάνατος), Θουκ. 3. 57, πρβλ. 6. 29· τρὶς κρίνεται παρ’ ὑμῖν περὶ θανάτου Δημ. 53. 27· ἐκρίνετο τὴν περὶ Ὠρωποῦ κρίσιν θανάτου ὁ αὐτ. ἐν 535. 10· μετὰ γεν. τοῦ ἐγκλήματος, κρίνεσθαι δώρων Λυσ. 178. 7, πρβλ. Λυκοῦργ. 164. 6· ὡσαύτως, κρ. ἐπ’ ἀδικήματι Πλούτ. 241Ε· ἀπολ., ὁ κεκριμένος, Λατ. reus, Αἰσχίν. 49. 80· ἐντεῦθεν, 3) ἐκφέρω ἀπόφασιν καταδικαστικήν, καταδικάζω, ὡς τὸ κατακρίνω, Σοφ. Τρ. 724, Δημ. 413. 16, Κ. Δ.· ― Παθ., δικάζομαι, καταδικάζομαι, κατακρίνομαι, κακούργου... ἐστι κριθέντ’ ἀποθανεῖν Δημ. 52. 2 (;). ― Πρβλ. Κόντ. Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 56-57.

French (Bailly abrégé)

f. κρινῶ, ao. ἔκρινα, pf. κέκρικα;
Pass. ao. ἐκρίθην, pf. κέκριμαι;
I. séparer :
1 trier : καρπόν τε καὶ ἄχνας IL séparer l’épi et la barbe ; ἄνδρας κατὰ φῦλα IL séparer les guerriers par tribus;
2 distinguer : τούς τε ἀγαθοὺς καὶ τοὺς κακούς XÉN les bons et les méchants ; Pass. ἵνα κρίνονται ἄριστοι OD où se distinguent les plus braves;
3 choisir : τινα ἐκ πάντων HDT qqn entre tous ; préférer : ἄφθονον ὄλβον ESCHL un bonheur exempt d’envie ; τινα πρό τινος, choisir qqn de préférence à un autre;
II. p. suite
1 décider, trancher ; νεῖκος OD une querelle ; δίκην juger un procès ou prononcer un jugement, une sentence ; κρ. περί τινος, décider de qch ; abs. décider (une question, une contestation, etc.) ; avec un acc. de pers. : κρ. τὰς θεάς EUR juger les déesses, décider leur contestation ; avec une prop. inf. : κρίνω σε νικᾶν ESCHL je décide que c’est toi le vainqueur ; au sens judic. poursuivre en justice, accuser : περὶ προδοσίας ISOCR poursuivre qqn pour trahison ; κρ. θανάτου XÉN juger une cause capitale ; Pass. κρίνεσθαι θανάτου THC ou περὶ θανάτου DÉM être jugé pour un crime capital ; ὁ κρίνων, l’accusateur ou le juge ; ὁ κρινόμενος, l’accusé ; juger, condamner ; Pass. être condamné : ὁ κεκριμένος ESCHN le condamné;
2 décider, résoudre, expliquer, interpréter : ἐνύπνιον HDT un songe;
3 p. ext. juger, estimer, apprécier ; Pass. être jugé, estimé (le meilleur, le plus brave, etc.);
4 en gén. adjuger;
5 juger, càd faire entrer dans la phase décisive ou critique : οὖρος κεκριμένος IL vent qui souffle dans une direction déterminée;
6 mettre en jugement ; interroger, questionner (cf. ἀνακρίνω);
Moy. κρίνομαι (f. κρινοῦμαι, ao. ἐκρινάμην, pf. κέκριμαι);
1 décider, trancher une contestation pour soi : Ἄρηϊ IL décider sa querelle par un combat ; περί τινος, disputer sur qch ; τινός τινι EUR discuter sur qch avec qqn ; δίκῃ THC décider sa querelle par un procès;
2 juger, interpréter : ὀνείρους IL des songes.
Étymologie: R. Κρι, trier, cf. lat. cerno, cribrum.

English (Autenrieth)

imp. κρῖνε, pass. perf. part. κεκριμένος, aor. κρινθέντες, mid. aor. ἐκρίνατο, subj. κρίνωνται, inf. κρίνασθαι, part. κρῖνάμενος: I. act., separate, καρπόν τε καὶ ἄχνᾶς, Il. 5.501; hence of arranging troops, Il. 2.446; then select, Il. 6.188; freq. the pass., Il. 13.129, Od. 13.182; decide (cernere), νεῖκος, θέμιστας, Od. 18.264, Il. 16.387; οὖρος κεκρι- μένος, a ‘decidedwind, Il. 14.19.—II. mid., select or choose for oneself; Od. 4.408, Od. 8.36; get a contest decided, ‘measure oneself’ in battle, κρίνεσθαι Ἄρηι (decernere proelio), Il. 2.385; abs. Od. 24.507, cf. Od. 16.269; of ‘interpreting’ dreams, Il. 5.150.

English (Slater)

κρῑνω (κρίνει: aor. ἔκρῖνας: pass. κρίνεται: aor. κρᾰθη, κρᾰθεν; κρᾰθείς: pf. κέκρᾰται: κεκρᾰμένων, κεκρᾰμένα, -μέναι.)
   a decide, judge πότμος δὲ κρίνει συγγενὴς ἔργων πέρι πάντων (N. 5.40) Χρομίῳ κεν ὑπασπίζων ἔκρινας, ἂν κίνδυνον ὀξείας ἀυτᾶς, οὕνεκεν ἐν πολέμῳ κείνα θεὸς ἔντυεν αὐτοῦ θυμὸν αἰχματὰν ἀμύνειν λοιγὸν Ἐνυαλίου (N. 9.35) pass., be brought to a decision, ἄριστος εὐφροσύνα πόνων κεκριμένων ἰατρός ( having passed the crisis, a medical met., cf. van Brock, Le Vocabulaire Médical, Paris, 1961, 214) (N. 4.1)
   b allot pass. ἤτοι βροτῶν γε κέκριται πεῖρας οὔ τι θανάτου (O. 2.31) τοῖς οὔτε νόστος ὁμῶς ἔπαλπνος ἐν Πυθιάδι κρίθη (P. 8.84) κρίνεται δ' ἀλκὰ διὰ δαίμονας ἀνδρῶν (I. 5.11) pf. part. διείργει δὲ (sc. ἄνδρας καὶ θεοὺς) πᾶσα κεκριμένα δύναμις (N. 6.2) τιμαὶ δὲ βροτοῖσι κεκριμέναι Παρθ. 1. 7.
   c pass., part σύνθεσιν ταύταν ἐπαινήσαντες οἱ μὲν κρίθεν sc. Jason and Pelias (P. 4.168)
   d pass., be distinguished παῖς ὁ Θεαρίωνος ἀρετᾷ κριθεὶς εὔδοξος ἀείδεται Σωγένης (N. 7.7)

Spanish

juzgar

English (Abbott-Smith)

κρίνω, [in LXX chiefly for שׁפט, also for ריב ,דּין, etc.;]
1.toseparate, select, choose (cl.; in LXX: II Mac 13:15).
2.to approve, esteem: Ro 14:5.
3.to be of opinion, judge, think: Lk 7:43, I Co 11:13; seq. τοῦτο ὅτι, II Co 5:14; c. acc. et inf., Ac 16:15; c. acc. et pred., Ac 13:46 26:8.
4.to decide, determine, decree: c. acc., Ac 16:4, Ro 14:13, I Co 7:37, II Co 2:1; c. inf. (Field, Notes, 167), Ac 20:16 25:25, I Co 2:2 5:3, Tit 3:12 (cf. I Mac 11:33, Wi 8:9, al.); c. acc. et inf., Ac 21:25 27:1.
5.to judge, adjudge, pronounce judgment: absol., Jo 8:16, 26; seq. κατά, c. acc., Jo 7:24 8:15; κρίσιν κ., Jo 7:24; τ. δίκαιον, Lk 12:57 (Deiss., LAE, 118); in forensic sense, Jo 18:31, Ac 23:3, al.; pass., Ro 3:4 (LXX); of God's judgment, Jo 5:30 8:50, Ro 2:16 3:6, II Ti 4:1, I Pe 4:5, al.
6.= κατακρίνω, to condemn (cl.): Ac 13:27; of God's judgment, Jo 3:18 5:22 12:47, 48, Ac 7:7, Ro 2:12, I Co 11:32, He 10:30 (LXX), Ja 5:9, Re 19:2, al.
7.As in LXX (for שׁפט), to rule, govern ( IV Ki 15:5, Ps 2:10, al.): Mt 19:28, Lk 22:30, I Co 6:3.
8.to bring to trial (cl.); mid., to go to law: c. dat. pers., Mt 5:40; seq. μετά, c. gen. pers. (of the opponent), ἐπί, c. gen. (of the judge), I Co 6:1, 6 (cf. ἀνα-, ἀπο-, ἀντ-απο- (-μαι), δια-, ἐν-, ἐπι-, κατα-, συν-, ὑπο- (-μαι), συν-υπο- (-μαι)).SYN.: v.s. δικάστης.

English (Strong)

properly, to distinguish, i.e. decide (mentally or judicially); by implication, to try, condemn, punish: avenge, conclude, condemn, damn, decree, determine, esteem, judge, go to (sue at the) law, ordain, call in question, sentence to, think.

English (Thayer)

future κρίνω; 1st aorist ἔκρινα; perfect κέκρικα; 3rd person singular pluperfect, without augment (Winer s Grammar, § 12,9; (Buttmann, 33 (29))), κεκρίκει (G L T Tr WH); passive, present κρίνομαι; imperfect ἐκρινομην; perfect κεκριμαι; 1st aorist ἐκριθην (cf. Buttmann, 52 (45)); 1future κριθήσομαι; the Sept. for שָׁפַט, and also for דּוּן and רִיב; Latin cerno, i. e.
1. to separate, put asunder; to pick out, select, choose (Homer, Herodotus, Aeschylus, Sophocles, Xenophon, Plato, others; μετά νεανίσκων ἀρίστων κεκριμένων (chosen, picked), κεκρίμενοι ἄρχοντες, Josephus, Antiquities 11,3, 10); hence,
2. to approve, esteem: ἡμέραν παῥ ἡμέραν, one day above another, i. e. to prefer (see παρά, III:2b.), τί πρό τίνος, Plato, Philippians , p. 57e.; τόν Ἀπολλῶ πρό Μαρσυου, rep. 3, p. 399{e}.); πᾶσαν ἡμέραν, to esteem every day, i. e. hold it sacred, ibid.
3. to be of opinion, deem, think: ὀρθῶς ἔκρινας, thou hast decided (judged) correctly, τοῦτο, ὅτι etc. to be of opinion etc. τινα or τί followed by a predicate accusative, κρίνειν τινα ἄξιον τίνος, to judge one (to be) worthy of a thing, ἄπιστον κρίνεται, to determine, resolve, decree: τί, κρῖναι τί καί πρόθεσθαι, Polybius 3,6, 7; τό κρίθεν, which one has determined on, one's resolve, 5,52, 6; 9,13, 7; τοῖς κριθεισι ἐμμένειν δεῖ, Epictetus diss. 2,15, 7ff); δόγματα, passive (the decrees that had been ordained (cf. A. V.)), τοῦτο κρίνατε, followed by an infinitive preceded by the article τό, ἐμαυτῷ added, for myself i. e. for my own benefit (lest I should prepare grief for myself by being compelled to grieve you), G L T Tr WH (see below)); Diodorus 17,95; Josephus, Antiquities 7,1, 5; 12,10, 4; 13,6, 1); with τοῦ prefixed, (see above)); followed by the accusative with an infinitive τοῦ prefixed, Buttmann, § 140,16 δ.); (κρίνεται τίνι, it is one's pleasure, it seems good to one, 1Esdr. 6:20f (21 f); to judge;
a. to pronounce an opinion concerning right and wrong; α. in a forensic sense (differing from δικάζειν, the official term, in giving prominence to the intellectual process, the sifting and weighing of evidence)), of a human judge: τινα, to give a decision respecting one, κατά τόν νόμον, the substance of the decision is added in an infinitive, to be judged, i. e. summoned to trial that one's case may be examined and judgment passed upon it, περί with the genitive of the thing, ἐπί and the genitive of the Judges , before one, to condemn: simply, β. of the judgment of God or of Jesus the Messiah, deciding between the righteousness and the unrighteousness of men: absolutely, δικαίως, ἐν δικαιοσύνη, τινα, ζῶντας καί νεκρούς, νεκρούς, passive, Buttmann, 260 (224)); τήν οἰκουμένην, the inhabitants of the world, Winer's Grammar, 389 (364)); τόν κόσμον, τά κρυπτά τῶν ἀνθρώπων, κρίνειν τό κρίμα τίνος ἐκ τίνος (see κρίμα, 2under the end), κρίνειν κατά τό ἑκάστου ἔργον, τούς νεκρούς ἐκ τῶν γεγραμμένων ἐν τοῖς βιβλίοις κατά τά ἔργα αὐτῶν, passive, thou didst pronounce this judgment, ταῦτα ἔκρινας, contextually, used specifically of the act of condemning and decreeing (or inflicting) penalty on one: τινα, Winer's Grammar, 630 (585)); κατάκριμα); τόν κόσμον, opposed to σῴζειν, ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου κέκριται, because the victorious cause of Christ has rendered the supreme wickedness of Satan evident to all, and put an end to his power to dominate and destroy, γ. of Christians as hereafter to sit with Christ at the judgment: τόν κόσμον, ἀγγέλους, ἄγγελος, 2under the end; yet see Meyer edition Heinrici ad the passages cited).
b. to pronounce judgment; to subject to censure; of those who act the part of judges or arbiters in the matters of common life, or pass judgment on the deeds and words of others: universally, and without case, κατά τί, κατ' ὄψιν, ἐν κρίματι τίνι κρίνειν, τινα, passive (with the nominative of person), ἐκ τοῦ στόματος σου κρίνω σε, out of thine own mouth (i. e. from what thou hast just said) will I take the judgment that must be passed on thee, τί, τό δίκαιον, εἰ, whether, τί i. e. κρίσιν τινα, κρίσιν κρίνειν (Plato, rep. 2, p. 360d.) δικαίαν (cf. Buttmann, § 131,5), ἀληθινήν καί δικαίαν, κρίσεις ἀδίκους, Susanna 53); of the disciplinary judgment to which Christians subject the conduct of their fellows, passing censure upon them as the facts require, τινα, ἐν with the dative of the thing, to condemn: to rule, govern; to preside over with the power of giving judicial decisions, because it was the prerogative of kings and rulers to pass judgment: τόν λαόν, Josephus, Antiquities 5,3, 3; οἱ κρίνοντες τήν γῆν, to contend together, of warriors and combatants (Homer, Diodorus, others); to dispute (Herodotus 3,120; Aristophanes nub. 66); in a forensic sense, to go to law, have a suit at law: with the dative of the person with whom (Winer's Grammar, § 31,1g.), Euripides, Med. 609); followed by μετά with the genitive of the person with whom one goes to law, and ἐπί; with the genitive of the Judges , 1 Corinthians 6: (1), 6. (Compare: ἀνακρίνω, ἀποκρίνω, ἀνταποκρίνω (ἀνταποκρίνομαι), διακρίνω, ἐνκρίνω, ἐπικρίνω, κατακρίνω, συνκρίνω, ὑποκρίνω (ὑποκρίνομαι), συνυποκρίνω (συνυποκρίνομαι).)

Greek Monolingual

(AM κρίνω, Μ και κρινίσκω)
1. νομίζω, θεωρώ, φρονώ (α. «έκρινε ότι δεν έχουμε δίκιο» β. «κρίνω σε νικᾱν», Αισχύλ.)
2. σχηματίζω γνώμη (α. «μην κρίνεις τους ανθρώπους από την εμφάνιση» β. «εξ ιδίων κρίνει τα αλλότρια» γ. «ἄκουσον και κρῑνον», Αριστοφ.
3. βγάζω διαιτητική ή δικαστική απόφαση, αποφαίνομαι (α. «το συμβούλιο έκρινε αναγκαία την αναβολή...» β. «το δικαστήριο έκρινε αθώα την κατηγορουμένη» γ. «κρίνουσι βοῆ καὶ οὐ ψήφῳ», Θουκ.)
4. επιδρώ αποφασιστικά, παίζω πρωτεύοντα ρόλο ή συντελώ στην τροπή ή έκβαση ενός πράγματος (α. «η συμμετοχή του στον αγώνα θα κρίνει το αποτέλεσμα» β. «στη συνάντηση αυτή κρίνεται το μέλλον του» γ. «πότμος δὲ κρίνει συγγενὴς ἔργων περὶ πάντων», Πίνδ.)
5. επιπλήττω, κατακρίνω (α. «οτιδήποτε και να κάνει, τήν κρίνει συνεχώς» β. «μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε», ΚΔ
νεοελλ.
1. διατυπώνω μια γνώμη ή μια κρίση γραπτά ή προφορικά για κάποιον ή για κάτι (α. «η επιτροπή έκρινε την εργασία του με μεγάλη αυστηρότητα» β. «ποτέ δεν κρίνει αμερόληπτα»)
2. βασανίζω, παιδεύω («μετάστρεψε το λογισμόν ετούτο που σε κρίνει», Ερωτόκρ.)
νεοελλ.-μσν.
λέω σε κάποιον κάτι, συζητώ, μιλώ («να σού κρίνω δυο λόγια»)
μσν.
φρ. «κρίνω εις άλήθειαν» ή «κρίνω τὴν ἀλήθειαν» ή «κρίνω τὸ δίκαιον» — αποδίδω δικαιοσύνη
μσν.-αρχ.
1. δικάζω, ανακρίνω (α. «όταν μὲν εἰς τὰ πράγματ' ἀποβλέψητε φαύλως ἔχοντα, τοὺς ἐφεστηκότας κρίνετε», Δημοσθ.
β. «κρῑναι ζῶντας καὶ νεκρούς», ΚΔ)
2. προτιμώ, προκρίνω (α. «κρίνω δ' ἄφθονον ὄλβον», Αισχύλ.
β. τὴν δ' ἐλπίδ' οὐ χρὴ τῆς τύχης κρίνειν πάρος», Σοφ.)
3. ερμηνεύω, εξηγώ (α. «ἐκάλεε τοὺς αὐτοὺς τῶν μάγων οἱ τὸ ἐνύπνιόν οἱ ταύτῃ ἔκριναν», Ηρόδ.
β. «ὁ γέρων ἐκρίνατ' ὀνείρους», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
1. χωρίζω, ξεδιαλέγω, διακρίνω (α. «κρῑν ἄνδρας κατά φῡλα, κατὰ φρήτρας», Ομ. Ιλ.
β. «τὸ κρίνειν τὸ ἀληθές τε καὶ μή», Πλάτ.)
2. εκλέγω, διαλέγω («κρίνας τ' ἀνὰ δῆμον ἀρίστους», Ομ. Οδ.)
3. μέσ. κρίνομαι
α) συναγωνίζομαι, αμιλλώμαι («μνηστῆρσι καὶ ἡμῑν... μένος κρίνηται Ἄρηος», Ομ. Οδ.)
β) φιλονικώ, μάχομαι («κρινομένων δὲ περὶ ἀρετῆς», Ηρόδ.)
4. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) κεκριμένος, -η, -ον
ισχυρός («κεκριμένον οὖρον» — ισχυρό άνεμο, Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. κρι-ν-yo εμφανίζει τη μηδενισμένη βαθμίδα (s)kri- της ΙΕ ρίζας (s)keri- «κόβω, χωρίζω» και έρρινο πρόσφυμα -n- (κρι-ν-, πρβλ. κλί-ν-ω) και συνδέεται με λατ. cerno «διακρίνω, χωρίζω» και το κελτ.-ουαλ. go-grynu «κοσκινίζω» (η ίδια σημ. απαντά στο λατ. cribrum «κόσκινο» και στους τ. κρίμνον, κρησέρα). Το ρηματ. επίθ. αντιστοιχεί ακριβώς με λατ. certus «βέβαιος, οριστικός», ενώ το ē που απαντά στο λατ. excrementum «έκκριση» εμφανίζεται πιθ. και στον τ. κρησέρα. Η λ. με τη σημ. «δικάζω» χρησιμοποιήθηκε ως δικανικός όρος της αρχ. (πρβλ. δικάζω), ενώ η λ. σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως με τη σημ. «ασκώ κριτική, αποφασίζω». Ο τ. κρινίσκω εμφανίζει επίθημα -ίσκω, που απαντά και σε άλλους διαλεκτικούς ενεστωτικούς τ. Το θ. του ρηματ. επιθ. κριτός εμφανίζεται σε πολλά ανθρωπωνύμια (πρβλ. Κριτίας, Κρίτυλλα, Κρίτων και τα σύνθ. Κριτόδουλος, Δημόκριτος, Πολύκριτος).
ΠΑΡ. κρίμα, κρίση(-ις), κριτής
αρχ.
κριντήρ, κριτήρ, κριτός
νεοελλ.
κρίτρο.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) ανακρίνω, ανταποκρίνομαι, διακρίνω, εγκρίνω, εκκρίνω, επικρίνω, κατακρίνω, προανακρίνω, προκρίνω, συγκρίνω, υπερεκκρίνω, υποκρίνομαι
αρχ.
αντεκκρίνω, αντικρίνω, αντιπροσκρίνω, αντισυγκρίνω, αποδιακρίνω, αποκρίνω, εισκρίνω, εκπροκρίνω, επιδιακρίνω, κατασυλκρίνω, μετασυλκρίνω, παρακρίνω, παρεισκρίνω, παρεπικρίνω, προδιακρίνω, προεκκρίνω, προεπικρίνω, προκατακρίνω, προσανακρίνω, προσδιακρίνω, προσεισκρίνω, προσεπικρίνω, προσεπισυγκρίνω, προσκρίνω, συνανακρίνω, συνδιακρίνω, συνεισκρίνω, συνεκκρίνω, συνεπικρίνω, υπεκκρίνω, υπερκρίνω, υποδιακρίνω, υποκρίνω
νεοελλ.
αδικοκρίνω, αντεπικρίνω, απεκκρίνω, αποκρίνομαι, καλοκρίνω, λογοκρίνω, ξεδιακρίνω, ξεκρίνω, προεγκρίνω].

Greek Monotonic

κρίνω: [ῑ], Επικ. γʹ υποτ. κρίνησι· μέλ. κρῐνῶ, Επικ. κρῐνέω· αόρ. αʹ ἔκρῑνα, παρακ. κέκρῐκα — Μέσ., μέλ. κρῐνοῦμαι (με Παθ. σημασία)· αόρ. αʹ ἐκρινάμην — Παθ., μέλ. κρῐθήσομαι, αόρ. αʹ ἐκρίθην [ῐ], Επικ. ἐκρίνθην, παρακ. κέκρῐμαι, απαρ. κεκρίσθαι· Λατ. cerno,
I. ξεχωρίζω, διαχωρίζω, διαμοιράζω, διακρίνω, σε Ομήρ. Ιλ., Ξεν.
II. διαλέγω, εκλέγω, επιλέγω, σε Όμηρ., Ηρόδ., Αττ. — Μέσ., διαλέγω για τον εαυτό μου, επιλέγω, σε Όμηρ. — Παθ., διαλέγομαι, σε Ομήρ. Ιλ.· μτχ. παρακ. και αορ. αʹ κεκριμένος, κριθείς, εκλεγμένος, διαλεχτός, σε Όμηρ.
III. 1. αποφασίζω αγώνα, στον ίδ., Ηρόδ. κ.λπ.· σκολιὰς κρίνειν θέμιστας, εξάγω στρεβλές αποφάσεις, δηλ. κρίνω άδικα, σε Ομήρ. Ιλ.· κρίνουσι βόῃ καὶ οὐ ψήφῳ, αποφάσισαν μέσω φωνών και όχι με ψηφοφορία, σε Θουκ.· αποφασίζω αγώνα για βραβείο, σε Σοφ. κ.λπ.· κρ. τὰς θεάς, κρίνω σχετικά με τον αγώνα τους, δηλ. αποφαίνομαι, αποτιμώ, σε Ευρ. — Παθ. και Μέσ., λέγεται για πρόσωπα, αποφασίζω σχετικά με διαγωνισμό, καταλήγω, γνωμοδοτώ, σε Όμηρ. κ.λπ.
2. αποφαίνομαι για, κρίνω, επιδικάζω, κατακυρώνω, κράτος τινί, σε Σοφ.
3. εκτιμώ, υπολογίζω, πρὸς ἐμαυτὸν κρίνων (αὐτόν), κρίνοντάς τον βάσει του εαυτού μου, σε Δημ. — Παθ., ἴσον παρ' ἐμοὶ κέκριται, σε Ηρόδ.
4. ερμηνεύω, αναλύω όνειρα, στον ίδ., Αισχύλ. κ.λπ.· ομοίως στη Μέσ., σε Ομήρ. Ιλ.
5. με αιτ. και απαρ., αποφασίζω ή κρίνω ότι, σε Ηρόδ., Αττ.
6. με απαρ. μόνο, αποφασίζω να κάνω κάτι, σε Καινή Διαθήκη
IV. 1. αμφισβητώ, σε Σοφ.
2. κατηγορώ, προσάγω σε δίκη, σε Ξεν. κ.λπ. — Παθ., προσάγομαι σε δίκη, σε Θουκ. κ.λπ.
3. καταδικάζομαι, κατακρίνομαι, σε Σοφ., Δημ.

Russian (Dvoretsky)

κρίνω: (ῑ) (pf. κέκρῐκα; med.: aor. ἐκρῑνάμην, pf. κέκρῐμαι; pass.: aor. ἐκρίθην с ῐ - дор. κρίθην, pf. κέκρῐμαι, эп. part. κρινθείς)
1) отделять, разделять (καρπόν τε καὶ ἄχνας Hom.);
2) разделять, распределять или выстраивать (ἄνδρας κατὰ φῦλα Hom.);
3) различать (τούς τε ἀγαθοὺς καὶ τοὺς κακούς Xen.; τὸ ἀληθές τε καὶ μή Plat.);
4) выбирать, избирать (φῶτας ἀρίστους, τινὰ ἐκ πάντων Hom.); выбирать, оказывать предпочтение, предпочитать (ἄφθονον ὄλβον Aesch.; τὸν Ἀπόλλω πρὸ Μαρσύου Plat.): τὰ ὑφ᾽ ὑμῶν κριθέντα Isocr. то, что вами одобрено;
5) разбирать (δίκην Her.; κρίσιν Plat.): κ. τὰς θεάς Eur. разбирать спор богинь;
6) (раз)решать, улаживать (νείκεα Hom.): κρίνεσθαι δίκῃ Thuc. разрешать свой спор в порядке арбитража;
7) выносить решение, постановлять (περί τινος Plat.): κ. ψήφῳ Thuc. решать на основании поданных голосов; σκολιὰς θέμιστας κ. Hom. выносить неправильные решения; πράσσειν τὸ κριθέν Polyb. выполнить решение (задуманное); τὰ κεκριμένα Arst., NT решения, постановления;
8) приходить к заключению, делать вывод: κρίνω σε νικᾶν Aesch. я прихожу к заключению, что ты одержал верх;
9) судить, обвинять (κ. τινὰ περὶ προδοσίας Isocr.): κ. θανάτου Xen. выносить смертный приговор; κρίνεσθαι κρίσιν θανάτου, κρίνεσθαι περὶ θανάτου Dem. и κρίνεσθαι θανάτου Thuc. быть обвиняемым в тягчайшем преступлении (угрожающем смертной казнью); ὁ κρίνων Dem. судья, обвинитель; ὁ κρινόμενος Aeschin. обвиняемый, подсудимый; κριθῆναί τινι NT судиться с кем-л.;
10) осуждать, приговаривать: ὁκεκριμένος Aeschin. осужденный;
11) судить, полагать, считать (τινὰ θεοῖσι ἰσούμενον Soph.; κρίνεις σὺ μέγιστον ἀνθρώποις ἀγαθὸν εἶναι πλοῦτον; Plat.): Ἑλλήνων κριθεὶς ἄριστος Soph. слывущий лучшим из греков;
12) испытывать, проверять (ἀσπὶς πολέμῳ κεκριμένη Anth.);
13) толковать, истолковывать, объяснять (ἐνύπνιον Her.; med. ὀνείρους Hom.);
14) определять (τῇ γλώττῃ τὴν ἐν τοῖς ἐδεστοῖς ἡδονήν Arst.): οὖρος κεκριμένος Hom. ветер определенного направления, т. е. постоянный;
15) расспрашивать, выпытывать (μὴ κρῖνε, μὴ ἐξέταζε Soph.): κ. καὶ ἐξελέγχειν (sc. τινά) Soph. допрашивать и изобличать кого-л.;
16) med. состязаться, бороться: κ. Ἄρηϊ Hom. вести бой, сражаться; κ. Τιτήνεσσι Hes. сражаться с Титанами; κ. περὶ ἀρετῆς Her. спорить о доблести; οὐ κρινοῦμαι τῶνδέ σοι τὰ πλείονα Eur. об этом я не буду больше спорить с тобой;
17) физиол. выделять, выводить из организма: τὰ χρινόμενα κάτω Arst. выделения.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κρίνω, Aeol. κρίννω; aor. ἔκρινα, aor. pass. ἐκρίθην, poët. κρίθην, 3 plur. κρίθεν, ptc. κρινθείς; perf. κέκρικα, plqperf. (ἐ)κεκρίκειν, perf. med.-pass. κέκριμαι, plqperf. (ἐ)κεκρίμην; fut. κρινῶ, ep. Ion. fut. κρινέω, fut. pass. κριθήσομαι scheiden, met acc. scheiden, onderscheiden:; καρπόν τε καὶ ἄχνας het kaf van het koren scheiden Il. 5.501; κρῖν ’ ἄνδρας κατὰ φῦλα scheid de mannen naar stammen Il. 2.362; τούς τε ἀγαθοὺς καὶ τοὺς κακούς de goeden en de slechten onderscheiden Xen. Mem. 3.1.9; ook med. selecteren, uitkiezen:; κρίνασα δ ’ ἀστῶν τῶν ἐμῶν τὰ βέλτατα na het beste deel van mijn burgers geselecteerd te hebben Aeschl. Eum. 487; κρίνοντες τὸν Ἀπόλλω... πρὸ Μαρσύου door Apollo te verkiezen boven Marsyas Plat. Resp. 399e; ook med.:; σὺ δ ’ ἐὺ κρίνασθαι ἑταίρους τρεῖς jij moet zorgvuldig drie makkers uitkiezen Od. 4.408; pass.: Λεσβίαδες κριννόμεναι φύαν vrouwen van Lesbos geselecteerd op hun schoonheid Alc. 130B 17; οἱ δὲ βασιλήιοι δικασταὶ κεκριμένοι ἀνδρες γίγνονται de koninklijke rechters zijn uitverkoren mannen Hdt. 3.31.3. beslissen (door een keuze te maken), met acc. beslissen, alg. bij geschillen:; οἵ τε τάχιστα ἔκριναν μέγα νεῖκος... πολέμοιο die een grote oorlogstwist in een mum van tijd kunnen beslissen Οd. 18.264; ἔργον δ ’ ἐν κύβοις Ἄρης κρινεῖ Ares zal de zaak met zijn dobbelstenen beslissen Aeschl. Sept. 414; oordelen, van oordeel zijn, met AcI:; κρίνω σε νικᾶν ik beslis dat jij de winnaar bent Aeschl. Ch. 903; κρίνειν μέγιστον ἀγαθὸν εἶναι πλοῦτον van oordeel zijn dat rijkdom het hoogste goed is Plat. Grg. 452c; beoordelen als, met dubb. acc.; pass.:; Ἑλλήνων ἕνα κριθέντ ’ ἄριστον als de allerbeste van de Grieken beoordeeld Soph. Ph. 1345; toewijzen, met acc. en dat.:; εἰ... κρίνειν ἔμελλε κράτος ἀριστείας τινί als hij (Achilles) de prijs voor dapperheid aan iemand zou toewijzen Soph. Ai. 443; med. het onder elkaar uitmaken, wedijveren:. κρινώμεθ ’ Ἄρηϊ laten we het onder elkaar uitmaken in de strijd Il. 2.385; κρινομένων δὲ περὶ ἀρετῆς terwijl zij wedijverden over hun voortreffelijkheid Hdt. 3.120.2; ὡς οὐ κρινοῦμαι τῶνδέ σοι τὰ πλείονα heus, over het meeste hiervan zullen wij geen conflict hebben Eur. Med. 609. spec. jur. uitspraak doen; veroordelen:; κρινεῖ δὲ δὴ τίς ταῦτα; en wie zal daarbij de rechter zijn? Aristoph. Ran. 805; met acc. v. h. inw. obj.:; οἳ... σκολιὰς κρίνωσι θέμιστας die verkeerde uitspraken doen Il. 16.387; δίκας κ. recht spreken Hdt. 2.129.1; κ. ἄριστα op de beste manier uitspraak doen Thuc. 6.39.1; pass.: πῶς ἀγὼν κριθήσεται hoe het proces zal worden beslist Aeschl. Eum. 677; δώρων ἐκρίθησαν zij zijn veroordeeld voor corruptie Lys. 27.3; θανάτου... κρίνουσι zij (de ouderen) beslissen over leven en dood Xen. Cyr. 1.2.14. trag. ondervragen:. αὐτὸν Μηλιεὺς ἅπας λεὼς κρίνει παραστάς het hele volk van Malis staat om hem heen en ondervraagt hem Soph. Tr. 195. geneesk. tot een crisis brengen; Hp.; pass. in een kritieke fase komen. Hp.

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: separate, choose, select, decide, judge, condemn, accuse, apply (Il.); ὑπο-κρίνομαι aswer (Il.), on the stage answer (the choir), be actor (Att.), ἀπο- κρίνω answer (Att.).
Other forms: (Thess. κρεννέμεν), aor. κρῖναι (Lesb. κρίνναι), pass. κριθῆναι (ep. also κρινθήμεναι; metr. easy, s. Schwyzer 761, Chantraine Gramm. hom. 1, 404), perf. midd. κέκριμαι, act. κέκρικα (Pl. Lg.), fut. κρινῶ, ep. Ion. κρινέω, Dor. -ίω.
Compounds: very often with prefix, ἀνα-, κατα-, δια-, ἐκ-, συν- etc..
Derivatives: 1. (ἀπό-, διά- etc.) κρίσις decision, judgement, tribunal etc. (Pi., IA.; Holt Les noms d'action en -σις 103 f.) with κρίσιμος decisive, critical (Hp., Arist.; Arbenz Die Adj. auf -ιμος 53f.), ἀποκρισιά-ριος secretary (pap. VIp). - 2. (ἀπό-, ἐπί-, σύν-, πρό-)κρίμα decision etc. (hell.), κρῖμα = κρεῖμα (A. Supp. 397; s. below); σύγκριμα body formed by combining (hell.) with συγκριμάτιον small body (M. Ant.), -ματικός (Gal.). - 3. (ἀν-)κριτήρ judge, examiner (Dor.), κριντήρ id. (Gortyn), κριτής judge, arbiter (Ion. Att.), often from the prefixcompp., e.g.ὑποκριτής actor etc. (Att.; Else WienStud. 72, 75ff.); κριτήριον (decisive) mark, tribunal (Att., Arg.), ἐπιcourt of justice (Creta) ; ἐγκριτήριος for admission (Corinth IIp); further see κριτήρ, -τής, -τήριον in Fraenkel Nom. ag. [s. Index]. - 4. κριτός selected, (Il.; Ammann Μνήμης χάριν 1, 21) with Κρίτων, Κρίτυλλα (Leumann Glotta 32, 225 n. 1 = Kl. Schr. 250 A. 2); ἔκ-, σύγ-κριτος etc. (IA.); (δια-, ἐπι-, συν- )κριτικός of the κρίσις (Pl., Arist.). - 5. -κριδόν, e.g. διακριδόν separated (Il.), διακριδά id. (Opp.). - 6. On κρίμνον s. v.
Origin: IE [Indo-European] [945] *krei-separate, distinguish
Etymology: The present κρίνω from *κριν-ι̯ω (unlessinnovated to the aorist κρῖναι; Schwyzer 694) has a nasal suffix, which originally belonged only to the present, but was later extended; as in κλίνω. - To the nasal present Latin and Celtic have agreements in cer-n-ō select, discern (< *kri-n-ō), Welsh go-grynu sieve (< IE. *upo-kri-n-ō). Also the verbal adj. κριτός has a direct agreement in Lat. certus decided, certain; further the languages behave diff.: the lengthened grade in (dē)crē-v-ī, ex-crē-mentum separation perh. in the isolated κρησέρα feines Sieb (s. v.; improbable). The Greek paradigm results from large-scale levelling; only Att. κρῖμα for older κρεῖμα (after κρίνω, κρῖναι) = Lat. dis-crī-men still has the full grade preserved (Wackernagel Unt. 76 n. 1, Rodriguez Adrados Emerita 16, 133 ff.). - The numerous nominal formations, esp. in Latin, Celtic and Germanic (e. g. Lat. crībrum sieve, Germ., e.g. Goth. hrains pure, prop. sieved), learn nothing for Greek. Details in Pok. 946, W.-Hofmann and Ernout-Meillet s. cernō.

Middle Liddell


I. Lat. cerno, to separate, part, put asunder, distinguish, Il., Xen.
II. to pick out, choose, Hom., Hdt., attic:—Mid. to pick out for oneself, choose, Hom., etc.: —Pass. to be chosen, Il.; perf. and aor1 part. κεκριμένος, κρινθείς picked out, chosen, Hom.
III. to decide disputes, Hom., Hdt., etc.; σκολιὰς κρίνειν θέμιστας to judge crooked judgments, i. e. to judge unjustly, Il.; κρίνουσι βόηι καὶ οὐ ψήφωι they decide the question by shouting, not by voting, Thuc.; to decide a contest for a prize, Soph., etc.; κρ. τὰς θεάς to decide their contest, i. e. judge them, Eur.:—Pass. and Mid., of persons, to have a contest decided, come to issue, Hom., etc.
2. to adjudge, κράτος τινί Soph.
3. to judge of, estimate, πρὸς ἐμαυτὸν κρίνων [αὐτόν] judging of him by myself, Dem.:—Pass., ἴσον παρ' ἐμοὶ κέκριται Hdt.
4. to expound, interpret dreams, Hdt., Aesch., etc.: so in Mid., Il.
5. c. acc. et inf. to decide or judge that, Hdt., attic
6. c. inf. only, to determine to do a thing, NTest.
IV. to question, Soph.
2. to bring to trial, accuse, Xen., etc.:—Pass. to be brought to trial, Thuc., etc.
3. to pass sentence upon, to condemn, Soph., Dem.