Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κραταίβιος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: κρᾰταίβῐος Medium diacritics: κραταίβιος Low diacritics: κραταίβιος Capitals: ΚΡΑΤΑΙΒΙΟΣ
Transliteration A: krataíbios Transliteration B: krataibios Transliteration C: krataivios Beta Code: kratai/bios

English (LSJ)

ον,

   A strong with violence, Choerob. in An.Ox.2.318, Eust.1938.1.

Greek (Liddell-Scott)

κρᾰταίβιος: ον. ἰσχυρὸς τῇ βίᾳ, Χοιροβ. ἐν Ἀνεκδ. Ὀξ. 2. 318., Εὐστ. 1938. 1· ― ἀρσενικός τις τύπος, κρατησιβίας, ὁ, = ῥωμαλέος, ἀναφέρεται ἐκ τοῦ Πινδ. ὑπὸ Εὐστ. ἐν Πονημ. 56. 18.

Greek Monolingual

κραταίβιος, -ον (Α)
ο ισχυρός με τη βία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κραται- (< κράτος) + -βιος (< βία), πρβλ. πολύ-βιος, υπέρ-βιος].