Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κρατερόχειρ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek (Liddell-Scott)

κρᾰτερόχειρ: ὁ, ἡ, ἰσχυρὰν ἔχων χεῖρα, Ἀνθ. Π. 9. 210, 4, Ἑλλην. Ἐπιγρ. 1034. 20.

French (Bailly abrégé)

χειρος (ὁ, ἡ)
aux mains robustes ou puissantes.
Étymologie: κρατερός, χείρ.

Greek Monolingual

κρατερόχειρ, -ειρος, ὁ (Α)
αυτός που έχει δυνατό χέρι, ισχυρός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κρατερός + χείρ, χειρός (πρβλ. αριστερό-χειρ, μονό-χειρ)].

Greek Monotonic

κρᾰτερόχειρ: ὁ, ἡ, αυτός που έχει ισχυρά χέρια, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

κρᾰτερόχειρ: χειρος adj. с мощной рукой, могущественный (βασιλεύς Anth.).

Middle Liddell

stout of hand, Anth.