Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κρατικός

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus

Greek Monolingual

-ή, -ό κράτος
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο κράτος («κρατικά ιδρύματα»)
2. αυτός που διενεργείται από το κράτος ή εξ ονόματος ή για λογαριασμό του κράτους («κρατικός διαγωνισμός»)
3. φρ. «κρατικός καπιταλισμός» — κατά τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, η οικονομία στην οποία η ιδιοκτησία και η διαχείριση-διοίκηση της παραγωγής βρίσκεται σε χέρια ιδιωτών, οι οποίοι όμως υπόκεινται σε εκτεταμένους κρατικούς ελέγχους.