Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κρεβάτι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και κρεββάτι, το (Μ κρεβάτιον και κρεβάτιν)
1. έπιπλο πάνω στο οποίο κοιμάται ή αναπαύεται κάποιος, κλίνη
2. φέρετρο, νεκροκρέβατο
νεοελλ.
φρ. α) «είμαι στο κρεβάτι» — είμαι άρρωστος, είμαι κλινήρης
β) «κάθομαι στο κρεβάτι» — είμαι σε ανάρρωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μτγν. αρχ. κραβ(β)άτ-ιον, υποκορ. του κράβ(β)ατος, με ανομοιωτική τροπή του πρώτου -α- σε -ε-.
ΠΑΡ. νεοελλ. κρεβάτα, κρεβατάκι, κρεβαταριά, κρεβατίνα, κρέβατος, κρεβατώνιο.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) μσν. κρεβατόστρωσιν
νεοελλ.
κρεβατοκάμαρα, κρεβατομουρμούρα, κρεβατόστρωση. (Β' συνθετικό) νεοελλ. νεκροκρέβατο, ξυλοκρέβατο, σιδεροκρέβατο, χαμοκρέβατο].