Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτέαρ

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: κτέαρ Medium diacritics: κτέαρ Low diacritics: κτέαρ Capitals: ΚΤΕΑΡ
Transliteration A: ktéar Transliteration B: ktear Transliteration C: ktear Beta Code: kte/ar

English (LSJ)

τό, = foreg., formed as nom. to dat. pl. κτεάτεσσι in later Poetry, Maiist.33, AP9.52 (Carph.), 9.752 (Asclep. or Antip.Thess.), 11.27 (Maced.), Q.S.4.543.

German (Pape)

[Seite 1518] τό, Besitz, Eigenthum; sing. nur Qu. Sm. 4, 543, Carphyll. 1 (IX, 52) u. Maced. 33 (XI, 27); sonst im plur. (τὰ κτέατα u. gew. dat.) κτεάτεσσιν, Vermögen, Eigenthum; τίς γάρ σε πρίατο κτεάτεσσιν ἑοῖσιν Od. 14, 115, u. öfter bei Hom. in dieser Form, die auch Pind. allein hat, wie Eur. bei Stob. Flor. 120, 10; Hdn. περὶ μον. λ. p. 31, 4 nahm dazu den nom. κτέατον an, vgl. Lob. Paralip. p. 176.

French (Bailly abrégé)

(τό) :
d’ord. au dat. pl. κτεάτεσσιν;
c. κτέανον.

English (Autenrieth)

dat. pl. κτεάτεσσι: pl., possessions, property.

English (Slater)

κτέαρ (?) v. κτέανον.

Greek Monolingual

κτέαρ, γεν. κτέατος, τὸ (Α)
κτήμα, ιδιοκτησία («τίς γάρ σε πρίατο κτεάτεσσιν ἑοῑσιν», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. κτέαρ < κτηαρ, με βράχυνση φωνήεντος (-η- > -ε-) προ φωνήεντος (-α-), < κτηFαρ < θ. κτη- του κτώμαι (πρβλ. -κτή-θην) + -αρ, -ατος (πρβλ. φρέ-αρ)].

Greek Monotonic

κτέαρ: τό, = το προηγ., στην Επικ. δοτ. πληθ. κτεάτεσσι, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

κτέαρ: κτέατος τό (преимущ. dat. pl. κτεάτεσσι с ᾰ) Hom., Pind., Anth. = κτέανον.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κτέαρ -ατος, τό [κτάομαι] dat. plur. κτεάτεσσιν, meestal plur. bezittingen, have.

Middle Liddell

κτέαρ, τό, = κτέανον