Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτείς

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: κτείς Medium diacritics: κτείς Low diacritics: κτείς Capitals: ΚΤΕΙΣ
Transliteration A: kteís Transliteration B: kteis Transliteration C: kteis Beta Code: ktei/s

English (LSJ)

κτενός, ὁ,

   A comb, Pherecr.100; πύξινος κ. AP6.211 (Leon.), Edict.Diocl.13.3, cf. Luc.Am.44: hence, of toothed objects,    1 comb in the loom, by which the threads of the warp are kept separate, AP6.247 (Phil.); κναφικὸς κ. comb for carding wool, Tim.Lex.s.v. κνάφος.    2 rake, AP6.297.5 (Phan.), Ph.Bel.100.10 (pl.).    3 horn of the lyre, Hsch.: pl., of the constellation Lyre, Eratosth.Cat. 24.    4 fingers, χερῶν ἄκρους κτένας A.Ag.1594.    5 ribs, Opp. C.1.296, Hsch.    6 virilia, pubes, Hp.Aph.7.39, Art.51; pudenda muliebria, Call.Fr.308, AP5.131 (Phld.), Ruf.Onom.109, Sor.2.18.    7 in pl., cutting-teeth, incisors, Poll.2.91.    8 bivalve shellfish, scallop, Philyll.13, Archipp.24, Anaxandr.41.62 (anap.), Alex. 170, prob. in Theoc.14.17, cf. Arist.HA525a22, al.    b dual κτένε, perh. = scallopings (ornaments on a garment), IG12.386.8; cf. κτενωτός.    9 caruncula lachrymalis, Arist.HA491b25 (cf.Gal.4.796).    10 bandage, Sor.Fasc.25. (For πκτεν-, cf. πέκω, Lat.pecten: the correct form (κτείς) of the nom. is found in IG22.1425.376; later κτήν, q.v.)

Greek (Liddell-Scott)

κτείς: κτενός, ὁ, «κτένι», Φερεκρ. ἐν «Λήροις» 1· πύξινος κτ. Ἀνθ. Π. 6. 211, πρβλ. Λουκ. Ἔρωτ. 44· ― ἐκ δὲ τῆς διαθέσεως τῶν ὀδόντων τοῦ κτενίου παρήχθησαν αἱ ἑξῆς σημασίαι: 2) τὸ «κτένι» τοῦ ἱστοῦ, δι’ οὗ οἱ μίτοι τοῦ στήμονος τηροῦνται κεχωρισμένοι ἀπ’ ἀλλήλων, Λατ. pecten, Ἀνθ. Π. 6. 247· πρβλ. ἱστός· ― γναφικὸς κτ., κτένιον, εἶδος τσουγγράνας πρὸς ξέσιν ἐρίου, Τιμαί. Λεξ. ἐν λέξ. γνάφος. 2) τσουγγράνα τῶν κηπουρῶν, Ἀνθ. Π. 6. 297, Φίλων ἐν Ἀρχ. Μαθ. 100. 3) κτένες λύρας, τὰ κέρατα τῆς λύρας, Ἐρατοσθ. Κατ. 24· ― Καθ’ Ἡσύχ., κτένια· «τῶν κιθαρῶν οἱ ὑπερέχοντες ἀγκῶνες». 4) οἱ δάκτυλοι ἀποχωριζόμενοι ἀπ’ ἀλλήλων ὡς οἱ ὀδόντες κτενίου; χερῶν ἄκρους κτένας Αἰσχύλ. Ἀγ. 1594, (καθ’ Ἡσύχ.: «κτένας· τοὺς τῶν χειρῶν καρποὺς καὶ τῶν ποδῶν») πρβλ. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 9, 2. 5) αἱ πλευραί, αἱ δίκην ὀδόντων κτενίου ἀπὸ τῆς ῥάχεως διακλαδούμεναι, Ὁππ. Κυν. 1. 296· «κτένας... λέγουσι δὲ καὶ τὰς νωτιαίας πλευρὰς» Ἡσύχ. 6) τὸ ἀνδρικὸν αἰδοῖον, Ἱππ. Ἀφ. 1259, Ἄρθρ. 818· ― ὡσαύτως τὸ γυναικεῖον, pudenda muliebria, Λατ. pecten, Καλλ. Ἀποσπ. 308, Ἀνθ. Π. 5. 132, Πολυδ. Β΄, 174. 7) κτένες, οἱ τέσσαρες τομεῖς ἢ κοπτῆρες ὀδόντες, Πολυδ. Β΄, 91. 8) δίθυρον ὀστρακόδερμον, τὸ «χτένι», Λατ. pecten, Φιλύλλ. ἐν «Πόλεσιν» 1, Ἄρχιππ. ἐν «Ἰχθύσιν» 5, Ἀναξανδρ. ἐν «Πρωτεσιλάῳ» 1. 61· πολλὰ εἴδη αὐτοῦ ἀναφέρει ὁ Ἀριστ.· πρβλ. κτηδών. 9) ἡ ἔννοια τοῦ κτένες ἐν σχέσει πρὸς τὸν ὀφθαλμὸν εἶναι ἀμφίβολος, πρβλ. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 9, 2, πρὸς τὸν Γαλην. 4. σ. 796. (Ἐκ τῆς √ΚΤΕΝ, ἴσως συγγενοῦς τῷ ξέω, ξαίνω).

French (Bailly abrégé)

κτενός (ὁ) :
1 peigne;
2 une espèce de bivalve nommée « le peigne »;
3 p. anal. le pubis Bailly ; la vulve Bachofen, das Mutterrecht {notre « moule »} ; Anth. Pal. 5, 132 (CUF) traduit « la frange ».
Étymologie: DELG cf. lat. pecten, avec disparition du p initial.

English (Slater)

κτείς
   1 comb met. ἔστι μοι πατρίδ' ἀρχαίαν κτενὶ Πιερίδ[ων ὥ]στε χαίταν παρθένου ξανθ[ (ἀγάλλειν supp. e. g. Snell) fr. 215a. 6.

Greek Monolingual

ο (AM κτείς, -ενός)
θαλάσσιο οστρακόδερμο, το χτένι («ἂν δ' οἷον οἱ κτένες κρεῶδες ἔχωσι τὸ πρὸς τῷ μυκτῆρι», Αριστοτ.)
αρχ.
1. όργανο με το οποίο διευθετούνται, ευτρεπίζονται τα μαλλιά, χτένι
2. εξάρτημα του αργαλειού από το οποίο διέρχονται οι κλωστές του στημονιού και με το οποίο χτυπιέται το υφάδι, το χτένι
3. όργανο τών γναφέων με το οποίο ξαίνεται το μαλλί
4. ξύλινο, οδοντωτό στο άκρο του, κηπουρικό εργαλείο με το οποίο ισοπεδώνεται το έδαφος ή καθαρίζεται από μικρές πέτρες ή ζιζάνια, η τσουγκράνα
5. το κέρας της λύρας
6. το ανδρικό και το γυναικείο μόριο ή το εφήβαιο («κτεὶς γυναικεῑος, ὅν ἐστιν εὐφήμως και μυστικώς εἰπεῑν μόριον γυναικεῑον», Κλήμ. Αλ.)
7. επίδεσμος
8. στον πληθ. οἱ κτένες
α) τα δάχτυλα του χεριού που μοιάζουν με δόντια χτενιού
β) τα τέσσερα μπροστινά δόντια, οι κοπτήρες, οι τομείς
γ) τα πλευρά, τα παίδια
9. επιγρ. πιθ. κοσμήματα με οδοντώσεις, τα οποία φορούσαν στα ενδύματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. κτείς ανάγεται σε αρχικό τ. ρίζας -πκτ-εν (πρβλ. λατ. pecten, -inis «κτένα»), με σίγηση του αρκτικού π-. Ο τ. πκτ-εν- (< IE pk-t-) είναι μηδενισμένη βαθμίδα της ρίζας pek(t)- «μαδώ, τραβώ μαλλιά» με παρέκταση -εν-.
ΠΑΡ. κτενάς, κτένι(-ον), κτενίζω, κτενωτός
αρχ.
κτενώδης.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) κτενοειδής, κτενοποιός, κτενοπώλης
μσν.
κτενοθήκη. (Β' συνθετικό) αρχ. άκτενος, πεντέκτενος.

Greek Monotonic

κτείς: κτενός, ὁ, χτένα, Λατ. pecten· ιδίως,
1. χτένι στον αργαλειό (λάκκο), που ξεχωρίζει τα νήματα του στημονιού, σε Ανθ.
2. τσουγκράνα, στον ίδ.
3. στον πληθ., δάχτυλα, τα οποία διαχωρίζονται όπως τα δόντια της χτένας, σε Αισχύλ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κτείς κτενός, ὁ [~ πέκω] kam; uitbr. elk getand voorwerp: hark; overdr. plur. vingers:. χερῶν ἄκρους κτένας de vingers aan het eind van de handen Aeschl. Ag. 1594. schaamdeel:. ἤν... ὀδύνη ἐμπίπτῃ ἐς... τὸν κτένα als hij pijn krijgt aan zijn schaamdeel Hp. Aph. 7.39. kammossel (schaaldier).

Russian (Dvoretsky)

κτείς: κτενός
1) гребень (πριστός Luc.; πύξινος Anth.);
2) ткацкое бердо (κοσμοκόμης Anth.);
3) грабли (ἑλκητήρ Anth.);
4) pl. пальцы (χερῶν Aesch.);
5) зоол. гребенка (вид моллюска) Arst.;
6) pudenda muliebria Anth.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: comb, comb in the loom, often metaph. e.g. rake, rib, finger (IA.).
Other forms: κτείς (Att. inscr.), κτήν (Jo. Gramm. VIp), κτενός
Compounds: Some compp., e.g. κτενο-πώλης comb-handler (Poll.), πεντέ-κτενος with five teeth (com.).
Derivatives: κτένιον id. (Epich., pap.), κτενωτός with teeth (Att. inscr.), κτενᾶς m. comb-maker, wool-carder (Corykos), κτενωδῶς comb-like (Gloss.); κτενίζω comb, card (IA.) with -ισμός combing (E.), -ιστής comber, hairdresser (pap., Gal.), -ιστικός belonging to combing (pap.).
Origin: IE [Indo-European] [797 niet] *peḱt-en- comb
Etymology: Because of Lat. pecten comb since v. Sabler KZ 31, 275 explained from a zero grade *πκτ-εν- with loss of the initial π-. A different simplification of the initial in Iranian, where several Mod.Iran. forms, e.g. Pashto ẓ̌manj, NPers. šāna, point to *pḱ-en- (Morgenstierne Pashto 106; see Charpentier Acta Or. 7, 197 with a remark by Morgenstierne ibd. 199). Further s. πέκω.
See also: Weiteres s. πέκω.

Middle Liddell


a comb, Lat. pecten: esp.,
1. the comb in the loom, which separates the threads of the warp, Anth.
2. a rake, Anth.
3. in pl. the fingers, which branch like the teeth of a comb, Aesch.

Frisk Etymology German

κτείς: (att. Inschr.),
{kteís}
Forms: κτήν (Jo. Gramm. VIp), κτενός
Grammar: m.
Meaning: Kamm, Weberkamm, oft übertr. von kammähnlichen Gegenständen, z.B. ‘Harke, Rippe, Finger, Zacke, Kammuschel, Schamhaar, -bein’ (ion. att.).
Composita : Einzelne Kompp., z.B. κτενοπώλης Kammhändler (Poll.), πεντέκτενος fünfzackig (Kom.).
Derivative: Davon κτένιον ib. (Epich., Pap.), κτενωτός mit Zacken versehen (att. Inschr.), κτενᾶς m. Berufsbez. (Korykos), κτενωδῶς kammähnlich (Gloss.); κτενίζω kämmen, krempeln (ion. att.) mit -ισμός das Kämmen (E. u. a.), -ιστής Kämmer, Friseur (Pap., Gal.), -ιστικός zum Kämmen gehörig (Pap.).
Etymology : Wegen lat. pecten Kamm seit v. Sabler KZ 31, 275 mit größter Wahrscheinlichkeit auf ein schwundstufiges *πκτεν-zurückgeführt mit Schwund der anlaut. π-. Eine umgekehrte Vereinfachung der lästigen Anfangsgruppe scheint im Iranischen vorzuliegen, wo mehrere neuiran. Formen, z.B. pashto ẓ̌manj, npers. šāna, aus idg. *pḱ-en- herleitbar sind (Morgenstierne Pashto 106; dazu Charpentier Acta Or. 7, 197 mit der Bemerkung Morgenstierne ebd. 199). — Weiteres s. πέκω.
Page 2,33-34