Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτεις

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

ο (AM κτείς, -ενός)
θαλάσσιο οστρακόδερμο, το χτένι («ἂν δ' οἷον οἱ κτένες κρεῶδες ἔχωσι τὸ πρὸς τῷ μυκτῆρι», Αριστοτ.)
αρχ.
1. όργανο με το οποίο διευθετούνται, ευτρεπίζονται τα μαλλιά, χτένι
2. εξάρτημα του αργαλειού από το οποίο διέρχονται οι κλωστές του στημονιού και με το οποίο χτυπιέται το υφάδι, το χτένι
3. όργανο τών γναφέων με το οποίο ξαίνεται το μαλλί
4. ξύλινο, οδοντωτό στο άκρο του, κηπουρικό εργαλείο με το οποίο ισοπεδώνεται το έδαφος ή καθαρίζεται από μικρές πέτρες ή ζιζάνια, η τσουγκράνα
5. το κέρας της λύρας
6. το ανδρικό και το γυναικείο μόριο ή το εφήβαιο («κτεὶς γυναικεῑος, ὅν ἐστιν εὐφήμως και μυστικώς εἰπεῑν μόριον γυναικεῑον», Κλήμ. Αλ.)
7. επίδεσμος
8. στον πληθ. οἱ κτένες
α) τα δάχτυλα του χεριού που μοιάζουν με δόντια χτενιού
β) τα τέσσερα μπροστινά δόντια, οι κοπτήρες, οι τομείς
γ) τα πλευρά, τα παίδια
9. επιγρ. πιθ. κοσμήματα με οδοντώσεις, τα οποία φορούσαν στα ενδύματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. κτείς ανάγεται σε αρχικό τ. ρίζας -πκτ-εν (πρβλ. λατ. pecten, -inis «κτένα»), με σίγηση του αρκτικού π-. Ο τ. πκτ-εν- (< IE pk-t-) είναι μηδενισμένη βαθμίδα της ρίζας pek(t)- «μαδώ, τραβώ μαλλιά» με παρέκταση -εν-.
ΠΑΡ. κτενάς, κτένι(-ον), κτενίζω, κτενωτός
αρχ.
κτενώδης.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) κτενοειδής, κτενοποιός, κτενοπώλης
μσν.
κτενοθήκη. (Β' συνθετικό) αρχ. άκτενος, πεντέκτενος.