Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτενάς

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και χτενάς, ο, θηλ. -ού (Α κτενᾱς)
αυτός που κατασκευάζει υφαντικά χτένια
νεοελλ.
αυτός που πουλάει χτένια
αρχ.
αυτός που ξαίνει έρια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κτεν- (< κτεις, κτενός) + κατάλ. -ᾶς (πρβλ. αρτυματ-άς, κλειδ-άς)].