Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτενιστικός

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: κτενιστικός Medium diacritics: κτενιστικός Low diacritics: κτενιστικός Capitals: ΚΤΕΝΙΣΤΙΚΟΣ
Transliteration A: ktenistikós Transliteration B: ktenistikos Transliteration C: ktenistikos Beta Code: ktenistiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A for hairdressing, ζεῦγος κ. σιδηροῦν POxy.1035.12 (ii A.D.).

Greek Monolingual

και χτενιστικός, -ή, -ό (Α κτενιστικός, -ή, -όν) κτενίζω
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο χτένισμα, κατάλληλος στο να χτενίζει.