Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτενιστός

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: κτενιστός Medium diacritics: κτενιστός Low diacritics: κτενιστός Capitals: ΚΤΕΝΙΣΤΟΣ
Transliteration A: ktenistós Transliteration B: ktenistos Transliteration C: ktenistos Beta Code: ktenisto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A combed, carded, λίνον Sm. Is.19.9.

Greek (Liddell-Scott)

κτενιστός: -ή, -όν, ἐκτενισμένος, «λαναρισμένος», λίνον Σύμμαχ. ἐν Παλαιᾷ Διαθ.

Greek Monolingual

κτενιστός, -ή, -όν (Α) κτενίζω
1. χτενισμένος
2. (για έριο) λαναρισμένος, ξασμένος.