Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτενοειδής

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: κτενοειδής Medium diacritics: κτενοειδής Low diacritics: κτενοειδής Capitals: ΚΤΕΝΟΕΙΔΗΣ
Transliteration A: ktenoeidḗs Transliteration B: ktenoeidēs Transliteration C: ktenoeidis Beta Code: ktenoeidh/s

English (LSJ)

ές,

   A like a comb. Adv. -δῶς Gloss.

German (Pape)

[Seite 1518] ές, kammähnlich, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

κτενοειδής: -ές, ὅμοιος πρὸς κτένιον, Σχόλ. εἰς Κλήμ. Ἀλ. 263. ― Ἐπίρρ. -δῶς, Γλωσσ.

Greek Monolingual

-ές (Α κτενοειδής, -ές)
αυτός που έχει σχήμα χτενιού, όμοιος με χτένι
νεοελλ.
φρ. α) ζωολ. «κτενοειδή λέπια» — λεπτά αποστρογγυλωμένα λέπια ψαριών που στο οπίσθιο περιθώριό τους φέρουν κτενοειδείς προεκβολές
β) ανατ. φρ. «κτενοειδής σύνδεσμος» — δικτυωτός μυς που βρίσκεται στη γωνία της ίριδας του ματιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κτεν- (< κτείς, κτενός) + συνδετικό φωνήεν -ο- + -ειδής (< εἶδος)].