Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτενωτός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: κτενωτός Medium diacritics: κτενωτός Low diacritics: κτενωτός Capitals: ΚΤΕΝΩΤΟΣ
Transliteration A: ktenōtós Transliteration B: ktenōtos Transliteration C: ktenotos Beta Code: ktenwto/s

English (LSJ)

ή, όν, perh.

   A scalloped, χιτωνίσκος IG22.1514.30; κτενωτή· ὑφαντή, Hsch.; cf. πεντέκτενος, κτείς 8b.

German (Pape)

[Seite 1518] gekämmt; auch von wolligen Kleidern, Inscr. 155.

Greek (Liddell-Scott)

κτενωτός: -ή, -όν, ἐκτενισμένος, ἐξεσμένος, κατειργασμένος, ἐπὶ ὑφάσματος, Συλλ. Ἐπιγρ. 155. 32, 45.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α κτενωτός, -ή, -όν)
1. (για μάλλινα υφάσματα) λαναρισμένος, ξασμένος, κατεργασμένος, υφασμένος
2. χτενιστός, χτενισμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κτείς, κτενός + κατάλ. -ωτός (πρβλ. δαντελ-ωτός, κλιμακ-ωτός)].