Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτενώδης

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: κτενώδης Medium diacritics: κτενώδης Low diacritics: κτενώδης Capitals: ΚΤΕΝΩΔΗΣ
Transliteration A: ktenṓdēs Transliteration B: ktenōdēs Transliteration C: ktenodis Beta Code: ktenw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A = κτενοειδής, Xanth.3; τὸ κ. Phan.Hist.29.

German (Pape)

[Seite 1518] ες, = κτενοειδής; Phani. bei Ath. II, 58 e; Strab. I, 49.

Greek (Liddell-Scott)

κτενώδης: -ες, = κτενοειδής, Ξάνθος 3, Στράβ. 49.

Greek Monolingual

κτενώδης, -ῶδες (Α)
όμοιος με χτένι, κτενοειδής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κτείς, κτενός + κατάλ. -ώδης (πρβλ. κτην-ώδης, μυ-ώδης)].