Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κτηναγωγία

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: κτηνᾰγωγία Medium diacritics: κτηναγωγία Low diacritics: κτηναγωγία Capitals: ΚΤΗΝΑΓΩΓΙΑ
Transliteration A: ktēnagōgía Transliteration B: ktēnagōgia Transliteration C: ktinagogia Beta Code: kthnagwgi/a

English (LSJ)

   A evectio, Gloss.

Greek Monolingual

κτηναγωγία, ἡ (Α)
1. άδεια χρησιμοποίησης κτηνών του δημοσίου
2. (κατ' άλλους) πιθ. η εξαγωγή κτηνών από μια χώρα σε άλλη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κτῆνος + -αγωγία (< ἀγωγός), πρβλ. δημ-αγωγία, χειρ-αγωγία].