Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυαμιαῖος

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: κῠᾰμιαῖος Medium diacritics: κυαμιαῖος Low diacritics: κυαμιαίος Capitals: ΚΥΑΜΙΑΙΟΣ
Transliteration A: kyamiaîos Transliteration B: kyamiaios Transliteration C: kyamiaios Beta Code: kuamiai=os

English (LSJ)

α, ον,

   A of the size of a bean, Dsc.2.133, Luc.Herm.40.

Greek (Liddell-Scott)

κυᾰμιαῖος: -α, -ον, ἔχων μέγεθος κυάμου, Λουκ. Ἑρμότ. 40· Λιβάνου χόνδρον κυαμιαῖον Γαλ. τ. 14, σ. 468, 8.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
de la grosseur d’une fève.
Étymologie: κύαμος.

Greek Monolingual

κυαμιαῑος, -αία, -ον (Α)
αυτός που έχει μέγεθος κυάμου, όσος ένα κουκί («ἐς ταύτην ἐμβάλλονται κλῆροι μικροί, ὅσον δὴ κυαμιαῑοι τὸ μέγεθος», Λουκιαν.)
[ΕΤΥΜΟΛ. < κύαμος + κατάλ. -ιαῖος (πρβλ. ποταμ-ιαῖος, στιγμ-ιαῖος)].

Russian (Dvoretsky)

κυᾰμιαῖος: величиной с боб (κλῆροι Luc.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κυαμιαῖος -α -ον [κύαμος] lijkend op een boon.