Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυαμοφαγία

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: κῠᾰμοφᾰγία Medium diacritics: κυαμοφαγία Low diacritics: κυαμοφαγία Capitals: ΚΥΑΜΟΦΑΓΙΑ
Transliteration A: kyamophagía Transliteration B: kyamophagia Transliteration C: kyamofagia Beta Code: kuamofagi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A eating of beans, bean-diet, Luc.VH2.24.

German (Pape)

[Seite 1521] ἡ, das Bohnenessen, Luc. V. H. 2, 24.

Greek (Liddell-Scott)

κυᾰμοφαγία: ἡ, τὸ ἐσθίειν κυάμους, τὸ νὰ τρέφηταί τις διὰ κουκκίων, Λουκ. π. Ἀληθ. Ἱστ. 2. 24.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
action de manger des fèves.
Étymologie: κύαμος, φαγεῖν.

Greek Monolingual

κυαμοφαγία, ἡ (Α)
το να τρώγει κανείς κυάμους, να τρέφεται με κουκιάἄσιτος πόρρω ἐκαθέζετο μυσαττόμενος τὴν κυαμοφαγίαν», Λουκιαν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κύαμος + -φαγία (< -φάγος < θ. φαγ-, πρβλ. -φαγ-ον, αόρ. του ἐσθίω)].

Greek Monotonic

κυᾰμοφᾰγία: ἡ (φαγεῖν), κατανάλωση φασολιών, διατροφή με φασόλια, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

κυᾰμοφᾰγία: ἡ поедание бобов, бобовое питание Luc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κυαμοφαγία -ας, ἡ [κύαμος, φαγεῖν] het eten van bonen.

Middle Liddell

κυᾰμο-φᾰγία, ἡ, φαγεῖν
the eating of beans, bean-diet, Luc.