Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυαμόβολος

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Full diacritics: κῠᾰμόβολος Medium diacritics: κυαμόβολος Low diacritics: κυαμόβολος Capitals: ΚΥΑΜΟΒΟΛΟΣ
Transliteration A: kyamóbolos Transliteration B: kyamobolos Transliteration C: kyamovolos Beta Code: kuamo/bolos

English (LSJ)

ον,

   A chosen by beans, i.e. by lot (rather than κῠᾰμοβόλος (parox.), voting with the bean), δικαστής S.Fr.288.

Greek (Liddell-Scott)

κυᾰμόβολος: -ον, ἐκλεγόμενος διὰ κυάμων δηλ. διὰ κλήρου, ἢ κυαμο-βόλος (παροξύτ.), ψηφίζων, κυάμων, δικαστὴς Σοφ. Ἀποσπ. 271.

Greek Monolingual

κυαμόβολος, -ον (Α)
εκλεγμένος με κυαμευτή ψηφοφορίακυαμόβολος δικαστής», Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κύαμος + -βολος (< βάλλω), πρβλ. ανθό-βολος, χιονό-βολος. Το σύνθ. έχει παθητ. σημ. ως προπαροξύτονο].

Russian (Dvoretsky)

κυᾰμόβολος: ὁ (v. l. к κυαμοβόλος) избранный посредством бобов Soph.