Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυανόχροος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: κυᾰνόχροος Medium diacritics: κυανόχροος Low diacritics: κυανόχροος Capitals: ΚΥΑΝΟΧΡΟΟΣ
Transliteration A: kyanóchroos Transliteration B: kyanochroos Transliteration C: kyanochroos Beta Code: kuano/xroos

English (LSJ)

ον,

   A dark in hue, ῥόθια E.Hel.1502 (lyr.); πέπλος Nech. ap. Vett.Val.241.18; ἑρπετά Opp.H.2.599.

German (Pape)

[Seite 1522] dunkel-, schwarzfarbig; κυμάτων ῥόθια Eur. Hel. 1518; λάμνης ἑρπετά Opp. Hal. 2, 599.

Greek (Liddell-Scott)

κυᾰνόχροος: -ον, ἔχων χρῶμα βαθὺ κυανοῦν, μελάγχρους, «μελαγχροινός», Εὐρ. Ἠλ. 1502· οὕτω κυανόχρως, -ωτος, ὁ, ἡ, ὁ αὐτ. ἐν Φοιν. 308, Ἀλκιδ. ἐν Ἀριστ. Ρητ. 3. 3, 1.

French (Bailly abrégé)

οος, οον;
sombre, noir.
Étymologie: κύανος, χρόα.

Greek Monotonic

κυᾰνόχροος: -ον (χρόα), αυτός που έχει μαύρο χρώμα, σκοτεινή όψη, σε Ευρ.· ομοίως, κυανό-χρως, -ωτος, , , στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

κῠᾰνόχροος: темноцветный, темный (κυμάτων ῥόθια Eur.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κυανόχροος -ον [κύανος, χρόα] donkergekleurd.