Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυδαίνω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: κῡδαίνω Medium diacritics: κυδαίνω Low diacritics: κυδαίνω Capitals: ΚΥΔΑΙΝΩ
Transliteration A: kydaínō Transliteration B: kydainō Transliteration C: kydaino Beta Code: kudai/nw

English (LSJ)

fut.

   A κυδᾰνῶ Lyc.721, etc.: Ep. aor. κύδηνα Il.23.793; Dor. ἐκύδᾱνα Pi.P.1.31: (κῦδος):—give or do honour to, τινα Il.10.69, 13.348, 350; ἠμὲν κυδῆναι θνητὸν βροτὸν ἠδὲ κακῶσαι Od.16.212; Ζεύς, ὅς μιν… τίμα καὶ κύδαινε Il.15.612; [Αἰνείαν] ἀκέοντό τε κύδαινόν τε they healed and glorified him, by restoring strength and beauty, 5.448; πάλᾳ κυδαίνων Τεγέαν Pi.O.10(11).66, cf.P.1.31; πατρίδα κ. Simon. 151; σφ' ἀρετὴ κυδαίνουσ' ἀνάγει… ἐξ Ἀΐδεω Id.99.4; πρὸ τοῦ κήπου κ. τὸν περίπατον Plu.2.635a.    II delight or gladden by marks of honour, κύδαινε δὲ θυμὸν ἄνακτος Od.14.438, cf. Il.23.793.    III seldom in bad sense, flatter, fawn upon, Hes.Op.38, cj. in Max.Tyr. 20.1.    IV Med., pride oneself, ἐπὶ πατράσι Onos.1.24.—Poet. and late Prose.

German (Pape)

[Seite 1524] im guten Sinne, rühmen, berühmt machen, ehren, verherrlichen; ἠμὲν κυδῆναι θνητὸν βροτὸν ἠδὲ κακῶσαι Od. 16, 211, von den Göttern gesagt, wie Il. 15, 612, wo es mit τιμάω verbunden ist; auch von der äußern Gestalt, Αἰνείαν ἀκέοντό τε κύδαινόν τε, sie heilten u. verherrlichten ihn, indem sie ihm durch die Heilung Kraft u. Schönheit wiedergaben, 5, 448; – loben, rühmen; ἃς φάτο, κύδηνεν δὲ Πηλείωνα Il. 23, 793, öfter; auch κύδαινε θυμὸν ἄνακτος, er erfreu'te durch Ehrenbezeugungen des Herrschers Seele, Od. 14, 438; vgl. Hes. O. 38, wo es mehr »sehmeichelnd« ist; ἐκύδανεν πόλιν Pind. P. 1, 59; sp. D., wie Nonn. D. 48, 968; auch in späterer Prosa, ἡ Ῥώμη μάλιστα τῆς ἀρετῆς τὸ περὶ τὰς πολεμικὰς καὶ στρατιωτικὰς ἔκύδαινε πράξεις Plut. Coriol. 1; Themist. S. auch κυδάνω.

Greek (Liddell-Scott)

κῡδαίνω: Ἰλ., Σιμων.· μέλλ. κυδᾰνῶ Λυκόφρ. 721, κτλ.· Ἐπικ. ἀόρ. κύδηνα Ἰλ., Δωρ. ἐκύδᾱνα Πινδ. (κῦδος). Ποιητ. ῥῆμα, ὡς τὸ κυδάνω, δίδω εἴς τινα τιμήν, δόξαν, δοξάζω, τινά Ἰλ. Κ. 68., Ν. 348, 350· ἠμὲν κυδῆναι θνητὸν βροτὸν ἠὲ κακῶσαι Ὀδ. Π. 212· Ζεύς, ὅς μιν... τιμᾷ, κυδαίνει Ἰλ. Ο. 612· ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ τοῦ ἀνθρώπου, Αἰνείαν ἀκέοντό τε κύδαινόν τε, ἐθεράπευον καὶ ἐδόξαζον, δηλ. πρὸς δόξαν προετρέποντο, ἀποκαθστῶντες τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν καλλονὴν αὐτοῦ, Ε. 448· πάλᾳ κυδαίνων Τεγέαν Πινδ. Ο. 10 (11). 80, πρβλ. Π. 1. 58· ἀρετὴ κ. τινὰ Σιμων. ἐν Ἀνθ. Π. 7. 251· κ. τὶ πρός τινος Πλουτ. 2. 635Λ. ΙΙ. εὐφραίνω, τέρπω διὰ τεκμηρίων τιμῆς, κύδαινε δὲ θυμὸν ἄνακτος Ὀδ. Ξ. 438, πρβλ. Ἰλ. Ψ. 793. ΙΙΙ. σπανίως ἐπὶ κακῆς σημασ., κολακεύω, θωπεύω, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 38.

French (Bailly abrégé)

f. κυδανῶ, ao. ἐκύδηνα, pf. inus.
1 honorer, glorifier, acc. : Αἰνείαν ἀκέοντό τε κύδαινόν τε IL elles prirent soin d’Énée et lui rendirent tout l’éclat de sa force et de sa beauté;
2 réjouir par des marques d’honneur.
Étymologie: κῦδος.

English (Slater)

κῡδαίνω
   1 enhance, lend prestige to ὁ δὲ πάλᾳ κυδαίνων Ἔχεμος Τεγέαν (O. 10.66) ὄρος τοῦ μὲν ἐπωνυμίαν κλεινὸς οἰκιστὴρ ἐκύδανεν πόλιν γείτονα (P. 1.31) νέαισί θ' ἑορταῖς ἰσχύος τ ἀνδρῶν ἁμίλλαις ἅρμασί τε γλαφυροῖς ἄμφαινε κυδαίνων πόλιν (N. 9.12)

Greek Monolingual

κυδαίνω (AM) κύδος
δίνω σε κάποιον τιμή και δόξα, λαμπρύνω, δοξάζωπατρόθεν ἐκ γενεῆς ὀνομάζων ἄνδρα ἕκαστον, πάντας κυδαίνων», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
1. ευφραίνω, τέρπω («κύδαινε δὲ θυμὸν ἄνακτος», Ομ. Οδ.)
2. (σπάνια με κακή σημασία) κολακεύω («μέγα κυδαίνων βασιλῆας δωροφάγους», Ησίοδ.)
3. μέσ. κυδαίνομαι
υπερηφανεύομαι, καμαρώνω.

Greek Monotonic

κῡδαίνω: μέλ. κυδᾰνῶ· Επικ. αορ. κύδηνα, Δωρ. ἐκύδᾱνα· (κῦδος
I. αποδίδω τιμή ή δοξάζω κάποιον, εξυμνώ, εξαίρω, σε Όμηρ.
II. ευχαριστώ, ευφραίνω με τεκμήρια τιμής, στον ίδ.
III. με αρνητική σημασία, κολακεύω, καλοπιάνω, σε Ησίοδ.

Russian (Dvoretsky)

κῡδαίνω: (дор. aor. ἐκύδᾱνα)
1) делать славным, возвеличивать (Ἀχιλῆα, θνητὸν βροτόν Hom.; πόλιν Pind.);
2) почтительно приветствовать, чествовать (πάντας Hom.; τὸ περὶ τὰς πολεμικὰς πράξεις Plut.);
3) восстанавливать в первоначальной красе (Αἰνείαν Hom.);
4) радовать, веселить (θυμὸν ανακτος Hom.);
5) осыпать похвалами или лестью (τινά Hes.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κυδαίνω [κῦδος] ep. aor. κύδηνα, Dor. ἐκύδανα eren, eer bewijzen, aanzien verlenen, met acc.; τὸν ἀκέοντό τε κύδαινόν τε ze genazen hem ( sc. Aeneas) en gaven hem aanzien Il. 5.448; μέγα κυδαίνων βασιλῆας δωροφάγους grote eer bewijzend aan cadeau-verslindende koningen Hes. Op. 38. blij maken met een eerbetoon.

Middle Liddell

κῦδος
I. to give or do honour to, glorify, Hom.
II. to gladden by marks of honour, Hom.
III. in bad sense, to flatter, fawn upon, Hes.