Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυκλέω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: κυκλέω Medium diacritics: κυκλέω Low diacritics: κυκλέω Capitals: ΚΥΚΛΕΩ
Transliteration A: kykléō Transliteration B: kykleō Transliteration C: kykleo Beta Code: kukle/w

English (LSJ)

   A wheel along, in Hom. only once, κυκλήσομεν ἐνθάδε νεκροὺς βουσὶ καὶ ἡμιόνοισιν, Il.7.332.    2 move round or in a circle, ὁδοῖς κυκλῶν ἐμαυτὸν εἰς ἀναστροφήν S.Ant.226; ἐπ' ἀνδρὶ δυσμενεῖ βάσιν κυκλοῦντα, metaph., from dogs questing about for the scent, Id.Aj.19; σὸν πόδ' ἐπὶ συννοίᾳ κυκλεῖς E.Or.632, cf. Ar.Av.1379; κ. πρόσωπον, ὄμμα, look round, look about, E.Ph.364, Ar.Th.958 (lyr.); = κυκλεύω 1, Hp. Fract.4.    3 bring round, repeat, τὸν αὐτὸν λόγον Arist.Cael.300a33.    II Med. and Pass., form a circle round, encompass, encircle, μηνοειδὲς ποιήσαντες τῶν νεῶν ἐκυκλεῦντο ὡς περιλάβοιεν αὐτούς Hdt.8.16 (elsewh. κυκλόομαι) ; ἴδεσθέ μ' οἷον ἄρτι κῦμα… κυκλεῖται encompasses me, S.Aj.353 (lyr.).    2 go round and round, revolve, τὴν αὐτὴν φορὰν κ. Pl.R.617a; χρόνου… κατ' ἀριθμὸν κυκλουμένου Id.Ti.38a; οὑμὸς αἰεὶ πότμος ἐν πυκνῷ θεοῦ τροχῷ κυκλεῖται S.Fr.871; ὁ βίος ἀγαθοῖς τε καὶ κακοῖς κ. πάντα τὸν αἰῶνα D.S.18.59; δι' ἀλλήλων αὐτοῖς -εῖται τὸ κακόν, of the vicious circle in disease, Gal.10.360.    3 assemble in knots, X.An.6.4.20, Cyr.6.2.12.    4 metaph., of sayings, etc., to be current, pass from mouth to mouth, τὸ κυκλούμενον παρὰ πᾶσιν ἔπος Plu.2.118c.    III intr. in Act., revolve, come round and round, πολλαὶ κυκλοῦσι νύκτες ἡμέραι τ' ἴσαι (but read κυκλοῦνται as L had originally) S.El.1365; δελφῖνες… πέριξ κυκλοῦντες Plu.2.16 of.

German (Pape)

[Seite 1526] auf Rädern, Walzen fortschaffen, κυκλήσομεν ἐνθάδε νεκροὺς βουσὶ καὶ ἡμιόνοισι, wir wollen die Todten mit Rindern u. Maulthieren hierher fahren, Il. 7, 332; – im Kreise herumdrehen, ἐπ' ἀνδρὶ δυσμενεῖ βάσιν κυκλοῦντα Soph. Ai. 19, vgl. Eur. ποῖ σὸν πόδ' ἐπὶ συννοίᾳ κυκλεῖς; Or. 624; komisch Ar. Av. 1359; ὁδοῖς κυκλῶν ἐμαυτὸν εἰς ἀναστροφήν, mich umkehrend, Soph. Ant. 226; pass., ἴδεσθέ μ' οἷον κῦμα ἀμφίδρομον κυκλεῖται Ai. 346; κυκλῶν πρόσωπ ον Eur. Phoen. 367; in Prosa, ὁ λόγος τὸ πᾶν σημαίνει καὶ κυκλεῖ καὶ πολεῖ ἀεί Plat. Crat. 408 c; ἐφ' ἃ νῦν κυκλεῖται Polit. 270 b; ἐκυκλέοντο, sie bildeten einen Kreis, Her. 8, 16. – Auch intr., sich im Kreise bewegen, umlaufen, πολλαὶ κυκλοῦσι νύκτες ἡμέραι τ' ἴσαι Soph. El. 1357, wo man ἑαυτάς ergänzen kann; ähnl. ἐπὶ πῆμα καὶ χαρὰ πᾶσι κυκλοῦσιν οἷον ἄρκτου στροφάδες κέλευθοι, Freud u. Leid kreis't über Alle, Trach. 130, wie D. Sic. 18, 59 sagt ὁ κοινὸς βίος ὥςπερ ὑπὸ θεῶν τινος οἰακιζόμενος ἐναλλὰξ ἀγαθοῖς τε καὶ κακοῖς κυκλεῖται; Plut. Cat. min. 67 ἄλλων ἐπ' ἄλλοις λόγων κυκλούντων. – Auch κυκλεῖν λέξιν, ein Wort oft brauchen, Dion. Hal. de eloq. Dem. 56; vgl. Phryn. 328; u. so ist Plut. consol. ad Apoll. p. 359 κυκλούμενον ἔπος für κυκώμενον zu lesen.

Greek (Liddell-Scott)

κυκλέω: μέλλ. -ήσω, ἴδε κύκλος ἐν τέλ., μετακομίζω δι’ ἁμάξης, παρ’ Ὁμ. μόνον ἅπαξ, κυκλήσομεν ἐνθάδε νεκροὺς βουσὶ καὶ ἡμιόνοισι Ἰλ. Η. 332· ἴδε Πόρσ. εἰς Εὐρ. Ὀρ. 624. 2) κινῶ ὁλόγυρα ἢ ἐν κύκλῳ, ὁδοῖς κῠκλῶν ἐμαυτὸν εἰς ἀναστροφὴν Σοφ. Ἀνθ. 226· ἐπ’ ἀνδρὶ δυσμενεῖ βάσιν κῠκλοῦντα, ἐπὶ κυνῶν περιφερομένων καὶ ὀσφραινομένων τὰ ἴχνη, ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 19· οὕτω, σὸν πόδ’ ἐπὶ συννοίᾳ κῠκλεῖς Εὐρ. Ὀρ. 632· πόδα κυλλὸν ἀνὰ κύκλον κυκλεῖς Ἀριστοφ. Ὄρν. 1379· κυκλῶ δὲ οἰκετῶν παμπληθίαν, περιφέρω, ὁδηγῶ κύκλῳ, Σοφ. Ἀποσπ. 342· κ. πρόσωπον, ὄμμα, περιβλέπω, Εὐρ. Φοίν. 364· Ἀριστοφ. Θεσμ. 958. 3) ἐπαναφέρω, ἐπαναλαμβάνω, τὸν αὐτὸν λόγον Ἀριστ. π. Οὐρ. 3. 2, 3. ΙΙ. Μέσ. καὶ Παθ., περιβάλλω, περικυκλώνω, περιτριγυρίζω, μηνοειδὲς ποιήσαντες τῶν νεῶν ἐκυκλέοντο αὐτοὺς Ἡρόδ. 8. 16 (ἀλλαχοῦ μεταχειρίζεται τὸ κυκλόομαι)· ἴδεσθέ μ’ οἷον ἄρτι κῦμα... κυκλεῖται, μὲ περιζώνει, Σοφ. Αἴ. 353. 2) περιφέρομαι, περιστρέφομαι, τὴν αὐτὴν φορὰν κ. Πλάτ. Πολ. 617Α· ἐπὶ χρόνου, ὁ αὐτ. ἐν Τιμ. 38Α· οὑμὸς ἀεὶ πότμος ἐν πυκνῷ θεοῦ τροχῷ κῠκλεῖται Σοφ. Ἀποσπ. 713· ἀγαθοῖς τε καὶ κακοῖς κ. πάντα τὸν αἰῶνα Διόδ. 18. 59. 3) μεταφ. ἐπὶ λόγων ἢ ῥητῶν, περιέρχομαι ἀπὸ στόματος εἰς στόμα, κτλ., εἶμαι συνήθης, κοινός, Πλούτ. 2. 118C. ΙΙΙ. ὡσαύτως ἀμεταβ. ἐν τῷ ἐνεργ., περιστρέφομαι, ἐπανέρχομαι περιοδικῶς, πολλαὶ κῠκλοῦσι νύκτες ἡμέραι τ’ ἴσαι (ἀλλ’ ἴσως ἡ ὀρθὴ γραφὴ εἶναι: κυκλοῦνται ἣν ὁ Jebb παρεδέξατο εἰς τὸ κείμενον) Σοφ. Ἠλ. 1365 (πρβλ. ἐπικυκλέω)· δελφῖνες... πέριξ κυκλοῦντες Πλούτ. 2. 160F· ― πρβλ. κυκλόω.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
I. tr. 1 faire tourner en fond, faire tourner : κυκλεῖν ἑαυτόν SOPH se retourner sur soi-même, càd tourner en marchant, revenir sur ses pas ; κυκλεῖν βάσιν SOPH aller et venir comme un homme qui cherche ou qui épie ; dérouler, acc.;
2 rouler, voiturer, acc.;
II. intr. se mouvoir en rond, accomplir une évolution circulaire;
Moy. κυκλέομαι-οῦμαι;
1 se réunir en cercle;
2 se mouvoir circulairement, ou autour, faire la ronde ; p. ext. aller et venir ; fig. en parl. de paroles circuler.
Étymologie: κύκλος.

English (Autenrieth)

wheel away, carry forth, of corpses, Il. 7.332†.

Greek Monotonic

κυκλέω: ( φύσει), μέλ. -ήσω (κύκλος),
I. 1. κινούμαι γύρω-γύρω, μετακομίζω με άμαξα, με αιτ., σε Ομήρ. Ιλ.
2. κινούμαι κυκλικά ή σε κύκλο, σε Σοφ.· βάσιν κυκλεῖν, μεταφ., από σκυλιά που αναζητούν, ανιχνεύουν μέσω της μυρωδιάς, στον ίδ.· κ. πρόσωπον, γυρνώ κυκλικά το κεφάλι, κοιτώ ολόγυρα, σε Ευρ.
II. 1. Μέσ. και Παθ., σχηματίζω κύκλο τριγύρω, περικυκλώνω, περιτριγυρίζω, περιβάλλω, σε Ηρόδ., Σοφ.
2. πηγαίνω γύρω-γύρω, περιφέρομαι, περιστρέφομαι, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

κυκλέω:
1) кружить, вращать, med.-pass. вращаться (τὴν αὐτὴν φοράν Plat.);
2) поворачивать: κ. ἑαυτὸν εἰς ἀναστροφήν Soph. поворачиваться назад, оборачиваться; βάσιν κ. ἐπί τινι Soph. ходить вокруг кого-л.; πόδα ἀνὰ κύκλον κ. Arph. ходить кругом, вертеться (без дела); κ. πρόσωπον Eur. и κ. ὄμμα Arph. оглядываться кругом, озираться;
3) med. располагаться кругообразно, образовывать круг, окружать (sc. τοὺς πολεμίους Her.);
4) кружиться (δελφῖνες πέριξ κυχλοῦντες Plut.);
5) часто употреблять, беспрестанно повторять (τὸν αὐτὸν λόγον Arst.; βούλευμά τι Plut.);
6) катить на повозках, т. е. увозить, убирать (νεκροὺς βουσί Hom.);
7) чередоваться, сменяться: πολλαὶ κυκλοῦσι - v. l. κυκλοῦνται - νύκτες ἡμέραι τ᾽ ἴσαι Soph. много сменяется ночей и столько же дней, т. е. много впереди ночей и дней.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κυκλέω [κύκλος] act. wegrollen, vervoeren:. κ. νεκροὺς βουσὶ καὶ ἡμιόνοισιν de doden vervoeren met ossen en muilezels Il. 7.332. omdraaien, ronddraaien:. κυκλῶν πρόσωπον ἦλθον ik ben gekomen terwijl ik steeds om mij heen keek Eur. Phoen. 364; ἐπέγνως εὖ μ ’ ἐπ ' ἀνδρὶ δυσμενεῖ βάσιν κυκλοῦντα u heeft goed begrepen dat ik rondloop op zoek naar een vijandig man Soph. Ai. 19; κ. ἑμαυτὸν εἰς ἀναστροφήν mezelf omdraaiend om terug te keren Soph. Ant. 226. med.-pass. een kring vormen, zich in een kring opstellen:; πᾶσα ἡ στρατιὰ... ἐκυκλοῦντο περὶ τὰ ἱερά het gehele leger stelde zich in een kring op rond het offer Xen. An. 6.4.20; met acc. omringen:. ἴδεσθέ μ ’ οἷον ἄρτι κῦμα... κυκλεῖται ziet wat voor een golf (van ellende) mij nu omringt Soph. Ai. 353. ronddraaien:; κυκλεῖσθαι... στρεφόμενον τὸν ἄτρακτον ὅλον... τὴν αὐτὴν φοράν de spoel draait in zijn geheel in een cirkel rond met dezelfde beweging Plat. Resp. 617a; van de tijd, van tijdsperiodes, elkaar opvolgen:. πολλαὶ κυκλοῦνται νύκτες ἡμέραι τ ’ ἴσαι vele nachten en evenveel dagen volgen elkaar op Soph. El. 1365.

Middle Liddell

κύκλος fin.]
I. to move round and round, wheel along, c. acc., Il.
2. to move round or in a circle, Soph.; βάσιν κυκλεῖν, metaph. from dogs questing about for the scent, Soph.; κ. πρόσωπον to turn the face round, look round, Eur.
II. Mid. and Pass. to form a circle round, to surround, encompass, encircle, Hdt., Soph.
2. to go round and round, revolve, Plat.