Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυκλοστρεφούμαι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

κυκλοστρεφοῡμαι, -έομαι (Α)
περιστρέφομαι κυκλικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κυκλοστρεφής].