Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυμάτιο

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

το (AM κυμάτιον)
αρχιτ. κυματοειδές σκάλισμα, ράβδωση, αυλάκωση, προεξοχή με κυματοειδή συνήθως μορφή, που αποτελεί μέρος αρχιτεκτονικής διακόσμησης σε κιονόκρανα, επιστύλια, βάσεις κιόνων ή αγαλμάτων ή σε πρόσοψη επίπλων («καὶ ποιήσεις αὐτῇ κυμάτια χρυσᾱ στρεπτά κύκλῳ», ΠΔ)
νεοελλ.
κυματάκι
αρχ.
έλικας ιωνικού κιονοκράνου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κῦμα, -α-τ-ος + υποκορ. κατάλ. -ιoν].