Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυπριακός

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α κυπριακός, -ή, -όν) Κύπριος
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Κύπρο (α. «κυπριακό ζήτημα» β. «κυπριακός πολιτισμός» γ. «παρασκευάζετο τὰς δυνάμεις εἰς τὸν κυπριακὸν πόλεμον», Διόδ.)
2. αυτός που προέρχεται από την Κύπρο («κυπριακὰ μέταλλα», Διοσκ.)
νεοελλ.
φρ. «κυπριακό συλλαβάριο» — ιδιαίτερο συλλαβικό σύστημα γραφής που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Κύπριοι από τις απαρχές της γραπτής τους παράδοσης μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους και που αποτελεί εξέλιξη και απλούστευση της κυπρομινωικής γραφής.