Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυρτός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: κυρτός Medium diacritics: κυρτός Low diacritics: κυρτός Capitals: ΚΥΡΤΟΣ
Transliteration A: kyrtós Transliteration B: kyrtos Transliteration C: kyrtos Beta Code: kurto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A bulging, swelling, κῦμα Il.4.426; κύματα κυρτὰ φαληριόωντα 13.799, cf. Sosicr.2; θάλασσα κυρτὸν ἐπαφρίζῃ Mosch.Fr.1.5; τὼ δέ οἱ ὤμω κυρτώ humped, Il.2.218, cf. AP11.120; τὸ κ. τῶν ὤμων Jul. Or.6.201b: hence, hunchbacked, PFay.121.15 (i/ii A.D.); βραχίων κ. πέφυκεν ἐς τὸ ἔξω μέρος Hp.Fract.8; κ. τροχός E.Ba.1066; κυρτὴ κάμηλος Babr.40.2; καρῖδες Ophel.1: Comp. κυρτότερος Phlp. in Ph. 696.26: Sup. κυρτότατοι φύλλον Thphr.HP3.10.5.    2 convex, opp. κοῖλος, οὔσης [τῆς γῆς] κυρτῆς καὶ σφαιροειδοῦς Arist.Mete.365a31; περὶ τὰς ἐκλείψεις [ἡ σελήνη] ἀεὶ κυρτὴν ἔχει τὴν ὁρίζουσαν γραμμήν Id.Cael.297b28; κ. ἐπιφάνεια convex surface of a shield, Plb.6.23.2; of blood-vessels, bulging, Sor.1.44.

German (Pape)

[Seite 1538] gekrümmt, gebogen, gewölbt; κῦμα κυρτὸν ἐὸν κορυφοῦται Il. 4, 426, vgl. 13, 799; Ath. XI, 474 a; τὼ δέ οἱ ὤμω κυρτὼ ἐπὶ στῆθος συνοχωκότε, zwei gerundete, krumme Schultern, vom Buckligen, Il. 2, 217; vgl. Nicarch. 28 (XI, 120); κάμηλος Babr. 40, 2; – τροχός, das Rad, Eur. Bacch. 1064 u. Sp., wie Pol. 6, 23, 2. – Das Convexe, dem Concaven, κοῖλον, entgegengesetzt, Arist. eth. 1, 13 u. öfter Plut. – Κυρτὰ κύπελλα, weite, große Becher, Anacr. 48, 22.

Greek (Liddell-Scott)

κυρτός: -ή, -όν, (ἴδε κίρκος) κεκυρτωμένος, καμαρωτός, κῦμα (ἴδε κορυφόω) Ἰλ. Δ. 426· κύματα κυρτά, φαληριόωντα (πρβλ. κυρτόω) Ν. 799· θάλασσα κυρτὸν ἐπαφρίζει Μόσχ. 5. 5· ὡσαύτως, τὼ δέ οἱ ὤμω κυρτώ, κεκυρτωμένοι, Ἰλ. Β. 218, πρβλ. Ἀνθ. Π. 11. 120· βραχίων κ. ἐς τὸ ἔξω μέρος Ἱππ. π. Ἀγμ. 758· κ. τροχὸς Εὐρ. Βάκχ. 1066· κυρτὴ κάμηλος Βαβρ. 40. 2· κυρταὶ δ’ ὁμοῦ καρῖδες ἐν ξηρῷ πέδῳ Ὠφελίων ἐν «Καλλαίσχρῳ» 1. 2) παρὰ τοῖς Μαθ., κυρτός, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ κοῖλος, οὔσης τῆς γῆς κυρτῆς καὶ σφαιροειδοῦς Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 7, 3· περὶ τὰς ἐκλείψεις ἡ σελήνη ἀεὶ κυρτὴν ἔχει τὴν ὁρίζουσαν γραμμὴν ὁ αὐτ. π. Οὐρ. 2. 14, 17.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 courbé, voûté, bombé;
2 arrondi;
3 bossu;
4 convexe.
Étymologie: R. Κυρ, être arrondi, courbé ; cf. lat. curvus.

English (Autenrieth)

curved, rounded, arched. (Il.)

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM κυρτός, -ή, -όν)
1. αυτός του οποίου η επιφάνεια προεξέχει, καμπύλος («οὔσης [τῆς γῆς] κυρτῆς καὶ σφαιροειδοῡς», Αριστοτ.)
2. κεκαμμένος, λυγισμένος (α. «κυρτὴ ῤάβδος» β. «κυρτὸς τροχὸς τόρνῳ γραφόμενος», Ευρ.)
3. κυφός, καμπούρης, καμπουριασμένος (α. «τὼ δὲ οἱ ὤμω κυρτώ, ἐπὶ στῆθος συνοχωκότε»
Ομ. Ιλ.
β. «κυρτή κάμηλος», Βάβρ.)
νεοελλ.
1. αυτός που έχει κλίση προς τη μία πλευρά, πλάγιος, λοξός («κυρτά γράμματα»)
2. ανάκυρτος, φουσκωτόςκυρτός φακός»)
αρχ.
(για τα αιμοφόρα αγγεία) εξογκωμένος, φουσκωμένος («κυρτὸν ἰὸν κορυφοῡται, ἀποπτύει δ' ἁλὸς ἄχνην», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. εμφανίζει τη συνεσταλμένη βαθμίδα (s)kr- (που εμφανίζεται με φωνήεν της ποιότητας του υ
πρβλ. και λ. κύρτος), ανάγεται δε στην ΙΕ ρίζα (s)ker- «στρέφω, κάμπτω, κουλουριάζω» και συνδέεται με λατ. curvus «καμπύλος, κυρτός», λατ. cortina «καζάνι, κοίλωμα», ιρλδ. cor «περιστροφή, κύκλος», λιθουαν. kreīvas, αρχ. σλαβ. krivū «καμπύλος» και τη λ. κορώνη «το κυρτό άκρο της πρύμνης». Το θ. της λ. εμφανίζουν τα ανθρωπωνύμια Κύρτιος, Κύρτος.
ΠΑΡ. κυρτότης, κυρτώνω (κυρτώ)
αρχ.
κυρτιώ, κυρτώδης, κυρτών
αρχ.-μσν.
κυρταίνω
μσν.
κυρτώος.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) κυρταύχην
αρχ.
κυρτοβατώ, κυρτοβόλος, κυρτοειδής
νεοελλ.
κυρτοπέλυκυς, κυρτόστυλος. (Β' συνθετικό) αμφίκυρτος, δίκυρτος, επίκυρτος, υπόκυρτος
αρχ.
ανάκυρτος, γονυκαμψεπίκυρτος, έγκυρτος, παλίγκυρτος, περίκυρτος, πρόκυρτος
νεοελλ.
επιπεδόκυρτος, κοιλόκυρτος].

Greek Monotonic

κυρτός: -ή, -όν, καμπυλωτός, τοξωτός, αψιδωτός, λέγεται για κύμα που ξεσπά, σε Ομήρ. Ιλ.· ὤμω κυρτώ, κυρτωμένοι, καμπουριαστοί, στο ίδ.· κ. τροχός, σε Ευρ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κυρτός -ή -όν krom, gebogen:. κύματα κυρτά omkrullende golven Il. 13.799. bol:. κυρτὸς τρόχος de bolling van een wiel Eur. Ba. 1066; τὸ κυρτὸν καὶ τὸ κοῖλον het bolle en het holle Aristot. EN 1102a31.

Russian (Dvoretsky)

κυρτός:
1) выгнутый, вздувшийся (κῦμα Hom.);
2) искривленный, кривой (τὼ ὤμω κυρτώ, sc. τοῦ Θερσίτου Hom.);
3) горбатый (κάμηλος Babr.);
4) согнутый в круг, закругленный (τροχός Eur.);
5) выпуклый (ἡ γῆ, ἡ γραμμή Arst.);
6) раздутый, пузатый (κύπελλα Anacr.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: vaulted, rounded, bulging, hunchbacked (Il., hell.).
Derivatives: κυρτότης vaultng, rounding, lumpiness (Arist., Str., Plu.). Denomin. verbs: κυρτόομαι, -όω form a vault, belly out (λ 244, X.) with κύρτωμα (Hp.), -ωσις (medic., Vett. Val.) vaulting, bellying out, κυρτωτός hunchbacked (Vett. Val.); κυρταίνω form a vault, rounding (PMag., Suid.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Inherited word(?), but without direct agreement. Only in the suffix diverges Lat. curvus vaulted, bellied, crooked, like κυρτός with u-coloured reduced grade (on -u̯o- beside -to- cf. Specht Ursprung 196); a derivation of the to-formation in κυρτός is assumed in Lat. cortīna rounded vessel(?), s. W.-Hofmann s. v., where also other interpretations. - More combinations of very diff. value in Pok. 935 ff., W.-Hofmann s. curvus. One compares. also κορώνη, but this does not continue *kor-ou-n-. Also an u-coloured reduced grade is no longer accepted, so the suggested cognates are far removed, if they are valid at all. Schrijver, FS Beekes 1997, 297 assumes an IE root *kur-.

Middle Liddell

κυρτός, ή, όν
curved, arched, of a wave breaking, Il.; ὤμω κυρτώ round, humped, Il.; κ. τροχός Eur.

Frisk Etymology German

κυρτός: {kurtós}
Meaning: gewölbt, gerundet, bauchig, buckelig (ep. ion. poet. seit Il., hell. u. sp.).
Derivative: Davon κυρτότης Wölbung, Rundung, Buckligkeit (Arist., Str., Plu. u. a.). Denominative Verba: κυρτόομαι, -όω ‘(sich) wölben, (sich) ausbauchen’ (ep. ion. poet. seit λ 244, auch X., sp.) mit κύρτωμα (Hp. usw.), -ωσις (Mediz., Vett. Val. u. a.) Wölbung, Ausbauchung, κυρτωτός buckelig (Vett. Val.); κυρταίνω sich wölben, eine Rundung bilden (PMag., Suid.).
Etymology : Erbwort, aber ohne unmittelbare Entsprechung. Nur im Suffix weicht ab lat. curvus gewölbt, bauchig, krumm, wie κυρτός mit ufarbiger Schwachstufe (zu -u̯o- neben -to- vgl. Specht Ursprung 196); eine Ableitung der in κυρτός enthaltenen to -Bildung ist in lat. cortīna rundes Gefäß, Kessel vermutet worden, s. W.-Hofmann s. v., wo auch andere Auffassungen. — Weitere Kombinationen von sehr wechselndem Wert bei WP. 2, 568ff. (Wz. (s)qer- drehen, biegen), Pok. 935 ff., W.-Hofmann s. curvus. Vgl. auch zu κορώνη.
Page 2,55

English (Woodhouse)

κυρτός = arched, round

⇢ Look up "κυρτός" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)