Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κωκυτός

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: κωκῡτός Medium diacritics: κωκυτός Low diacritics: κωκυτός Capitals: ΚΩΚΥΤΟΣ
Transliteration A: kōkytós Transliteration B: kōkytos Transliteration C: kokytos Beta Code: kwkuto/s

English (LSJ)

ὁ,

   A shrieking, wailing, κωκυτῷ τ' εἴχοντο καὶ οἰμωγῇ Il.22.409, cf. 447, Pi.P.4.113, A.Ch.150 (pl.); κωκυτὸν ἱέναι, ἠχεῖν, S.Aj.851, Tr.867; ἀνάγειν E.Ph.1350 (lyr.): also in late Prose, Luc.Luct.12, Ach.Tat.1.13.    II as pr. n. Κωκῡτός, ὁ, Cocytus, River of Wailing (cf. Ἀχέρων), Od.10.514, A.Ag.1160, E.Alc. 458 (lyr.), etc.

German (Pape)

[Seite 1541] ὁ, das Heulen, Weinen, Wehklagen; ἀμφὶ δὲ λαοὶ κωκυτῷ τ' εἴχοντο καὶ οἰμωγῇ Il. 22, 408, vgl. 447; Pind. P. 4, 113; ὑμᾶς δὲ κωκυτοῖς ἐπανθίζειν νόμος Aesch. Ch. 148; Spt. 225; ἥσει μέγαν κωκυτόν Soph. Ai. 838; ἠχεῖ τις οὐκ ἄσημον κωκυτόν Trach. 864; βοὴ καὶ κωκ. Eur. Suppl. 721; κωκυτὸν ἀνάγειν Phoen. 1359; sp. D.; auch Luc. de luct. 3, wie Achill. Tat. 1, 13. – S. nom. pr.

Greek (Liddell-Scott)

κωκῡτός: ὁ, κραυγή, θρῆνος, κωκυτῷ τ’ εἴχοντο καὶ οἰμωγῇ Ἰλ. Χ. 409, 447· οὕτω Πινδ. Π. 4. 201, Αἰσχύλ. Χο. 150· κωκυτὸν ἰέναι, ἠχεῖν Σοφ. Αἴ. 851, Τρ. 867· ἀνάγειν Εὐρ. Φοίν. 1350. ΙΙ. Κωκῡτός, ὁ, Cocytus, ὁ ποταμὸς τῶν θρήνων (πρβλ. Ἀχέρων), εἷς τῶν ποταμῶν τοῦ Ἅιδου, Ὀδ. Κ. 514, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1160, Εὐρ. Ἄλκ. 458, κτλ.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
lamentations.
Étymologie: κωκύω.

English (Slater)

κωκῡτός
   1 wailingκᾶδος θηκάμενοι μίγα κωκυτῷ γυναικῶν” (P. 4.113)

Greek Monolingual

κωκυτός, ὁ (AM, Μ και κωχυτός) κωκύω
κλάμα, θρήνος (α. «ἀμφὶ δὲ λαοὶ κωκυτῷ τ' εἴχοντο καὶ οἰμωγῇ κατὰ ἄστυ», Ομ. Ιλ.
β. «κωκυτοῑς ἐπανθίζει νόμος, Αισχύλ.)
αρχ.
ως κύριο όν. ό Κωκυτός
ο ποταμός τών θρήνων στον Άδη («ἀμφὶ Κωκυτόν τε κἀχερουσίους ὄχθους», Αισχύλ.).

Greek Monotonic

κωκῡτός: ὁ,
I. θρήνος, κραυγή, σε Ομήρ. Ιλ., Τραγ.
II. Κωκῡτός, , ο Κωκυτός, ο ποταμός του θρήνου (πρβλ. Ἀχέρων), ένας από τους ποταμούς του Άδη, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

κωκῡτός: ὁ вопль, плач, рыдание Hom. etc.: κωκυτὸν ἠχεῖν или ἱέναι Soph. и ἀνάγειν Eur. издавать вопль, рыдать.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κωκυτός -οῦ, ὁ [κωκύω] gehuil, gejammer, poët., later ook in proza.

Middle Liddell

κωκῡτός, οῦ, ὁ, [from κωκύω
I. a shrieking, wailing, Il., Trag.
II. Κωκῡτός, οῦ, ὁ, Cocytus, river of wailing (cf. Ἀχέρων), one of the rivers of hell, Od., etc.