Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κύσθος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: κύσθος Medium diacritics: κύσθος Low diacritics: κύσθος Capitals: ΚΥΣΘΟΣ
Transliteration A: kýsthos Transliteration B: kysthos Transliteration C: kysthos Beta Code: ku/sqos

English (LSJ)

ὁ,

   A pudenda muliebria, Eup.233, Ar.Ach.782, al.    II κύσθος, εος, τό, a marine substance used in dyeing, PHolm.22.42.

German (Pape)

[Seite 1538] ὁ, eigtl. die Höhlung, die weibliche Schaam, Ar. Ach. 752, vgl. Ran. 430 Lvs. 1158. Bei Ar. Ach. 747 ist ein Wortspiel mit χοῖρος gemacht, welches man vergleiche.

Greek (Liddell-Scott)

κύσθος: ὁ, (κύω) τὸ γυναικεῖον αἰδοῖον, Εὔπολ. ἐν «Πόλεσιν» 3, Ἀριστοφ. Ἀχ. 782, κ. ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
sexe féminin.
Étymologie: DELG cf. lat. cunnus.

Greek Monolingual

(I)
ο (Α κύσθος)
το γυναικείο αιδοίο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. κύσθος < qus-dho-, που αποτελεί πιθ. τη μηδενισμένη βαθμίδα (s)qu-s-, παρεκτεταμένη (με -s-) μορφή της ΙΕ ρίζας (s)qeu- «σκεπάζω, καλύπτω» (πρβλ. και κεύθω), και επίθημα -θος (πρβλ. (κέλευ-θος). Η λ. συνδέεται με λατ. cunnus «γυναικείο αιδοίο» και πιθ. με ουαλ. cwthr «ορθόν, απευθυσμένο (έντερο»)].
(II)
κύσθος, τὸ (Α)
πάπ. ονομασία ουσίας η οποία χρησιμοποιούνταν στη βαφική.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.].

Russian (Dvoretsky)

κύσθος:pudenda muliebria Arph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κύσθος -ου, ὁ kut.

Frisk Etymological English

1.
Grammatical information: m.
Meaning: pudenda muliebra (Eup., Ar.), κυσός ἡ πυγή. η γυναικεῖον αἰδοῖον H. with long υ Pfeiffer ad loc.
Compounds: Compp. e.g. κυσθο-κορώνη = νύμφη, clitoris (Com. Adesp.); κυσο-λαμπίς. ἡ περιλαμπομένη ταῖς νυξὶ κανθαρίς H.; cf. Strömberg Wortstudien 13 f.; κυσο-βακκαρις ὁ τὸν κυσόν μυρίζων (Com. Adesp. 1062); κυσο-λάκων = παισεραστής (Com. Adesp. 1066); κυσο-νίπτης πόρνος (Η.); κυσο-χήνη (H.); κυσο-δακνιᾳ̃ ψωριᾳ̃ (from δάκνω with -ιάω from the verbs of disease); also κύσσαρος ānus (Hp., Gal., Erot.); on the formation Chantraine Formation 226; cf. also κύτταρος.
Derivatives: also = κύστις (Herod., Call.; s. v.). κυσιᾳ̃ πασχητιᾳ̃; κυσανίζει (H.)
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: The proposed explanations are all hypothetic: from *kudh-to- or *kudh-dho- to κεύθω; from *kuz-dho- to Lat. custōs; κυσός from *κυθ-σο-, *κυθ-ι̯ο-, *κυτ-σο-, *κυτ-ι̯ο-? - Further suggestions in Bq, Pok. 952f., W.-Hofmann s. cunnus and custōs. - The variation κύσθο- κυσό- suggests a Pre-Greek word, which may be confirmed by κύττ\/σσαρος if it belongs here.
2.
Grammatical information: n.
Meaning: Unclear; PHolm. 22, 42 ; 23, 2 s. Lagercrantz ad loc.
Other forms: also χύστος.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Unknown. If κύσθος = χύστος prob. Pre-Greek.

Frisk Etymology German

κύσθος: {kústhos}
Forms: κυσός· ἡ πυγή. ἢ γυναικεῖον αἰδοῖον H., auch = κύστις (Herod., Kall. u. a.; s. d.), Kompp. z.B. κυσολαμπίς. ἡ περιλαμπομένη ταῖς νυξὶ κανθαρίς H.; vgl. Strömberg Wortstudien 13 f.; dazu κύσσαρος ānus (Hp., Gal., Erot.); zur Bildung Chantraine Formation 226; vgl. auch κύτταρος.
Grammar: m.
Meaning: weibliche Scham (Eup., Ar.),
Composita : κυσθοκορώνη = νύμφη (Kom. Adesp.);
Etymology : Zum dunklen κύσθος (χύστος) PHolm. 22, 42; 23, 2 s. Lagercrantz z. St. — Mehrdeutige familiäre Wörter; die Erklärungsversuche sind deshalb alle hypothetisch und ohne größeres Interesse: aus *qudh-to- od. *qudh-dho- zu κεύθω; aus *quz-dho- zu lat. custōs; κυσός aus *κυθσο-, *κυθι̯ο-, *κυτσο-, *κυτι̯ο-? — Weitere Anknüpfungen mit überreicher Lit. bei Bq, WP. 2, 549ff., Pok. 952f., W.-Hofmann s. cunnus und custōs.
Page 2,56