Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κᾶδος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

French (Bailly abrégé)

dor. c. κῆδος.

English (Slater)

κᾱδος (-ος acc.: -εα acc.)
   1 family relationship φιάλαν ὡς εἴ τις δωρήσεται νεανίᾳ γαμβρῷ συμποσίου τε χάριν κᾶδός τε τιμάσαις ἑόν (νέον coni. Bergk) (O. 7.5) fig., responsibility, θεὸς ἐπίτροπος ἐὼν τεαῖσι μήδεται ἔχων τοῦτο κᾶδος, Ἱέρων, μερίμναισιν (Boeckh: κῆδος, κῦδος codd.: i. e. as if Hieron were ward of the god) (O. 1.107)
   b (personal) affliction arising from such family relationships: “κᾶδος ὡσείτε φθιμένου δνοφερὸν ἐν δώμασι θηκάμενοι” i. e. mourning (P. 4.112) εὐθὺς δ' ἀπήμων κραδία κᾶδος ἀμφ ἀλλότριον i. e. an other's personal troubles (N. 1.54) μήτε κάδεα θεράπευε (I. 8.7)

Greek Monotonic

κᾶδος: Δωρ. αντί κῆδος.

Russian (Dvoretsky)

κᾶδος: τό дор. Pind. = κῆδος.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κᾶδος -ους, τό Dor. voor κῆδος.